Η χρήση των παρακάτω περιεχομένων επιβάλλει τη ρητή αναφορά στον συγγραφέα και στο έργο του,
διαφορετικά εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας.

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗΣ ΖΩΗ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΗΣ ΚΩ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 17 ου ΑΙΩΝΑ

Η περίοδος μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κω χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα ανησυχητική καθώς οι πειρατικές επιθέσεις δεν έπαψαν να μαστίζουν για πολλά χρόνια το νησί. 

Το 1603 οι Ιππότες της Μάλτας, που συνέχιζαν τον αιώνιο πόλεμό τους εναντίον των Τούρκων, προσπάθησαν μαζί με τους Ναπολιτάνους να ξανακαταλάβουν την Κω μα δεν το κατόρθωσαν. Την λεηλάτησαν όμως κι έφυγαν παίρνοντας μαζί τους 260 γυναίκες σκλάβες, ανάμεσα στις οποίες και την πανέμορφη Μαρία, κόρη του βαθύπλουτου προύχοντα του νησιού Αθανασίου Βασιλικού. Η ομορφιά της Μαρίας τράβηξε την προσοχή του Αντωνίου Κουΐντου, στρατιωτικού διοικητή της Μάλτας και την κράτησε, ενώ οι άλλες γυναίκες της Κω πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Τύνιδας.

Από τότε και μετά αρχίζει η περιπετειώδης ζωή της Μαρίας, η οποία καθώς αρνήθηκε να υποκύψει στον έρωτα του Κουΐντου, βύθισε μια νύχτα το μαχαίρι της στο στήθος του κι έφυγε κυνηγημένη από τον πύργο του. Με τη βοήθεια του Ιταλού Πασκουάλε ξεκίνησαν με ένα φαλκόνι για την πατρίδα της την Κω, μα στα ανοιχτά της Κρήτης πιάστηκαν από τον κουρσάρο Μοντεφιόρε, κι εκείνος την πούλησε στον Ονόφριο Μαρτίνο από τη Νάπολη. Προσπάθησε κι αυτός να την κρατήσει μ’ όλο που τον παρακαλούσε να την φέρει στον πατέρα της, ο οποίος, καθώς ήταν πλούσιος, θα τον αντάμειβε καλά. Ο Μαρτίνο σαν είδε πως η Μαρία δεν υπέκυπτε, θέλησε να την πάρει στην Τύνιδα να την πουλήσει. Ένα βράδυ όμως πέθανε κι αυτός με ένα μαχαίρι στην πλάτη κι η Μαρία ζήτησε την προστασία του Έλληνα Ιωάννη Τσάντε από τη Ναύπακτο. Εκείνος την έκρυψε πάνω από ένα χρόνο. Στο διάστημα αυτό την ερωτεύτηκε ο γιός του Τσάντε, ο Δημήτριος, ο οποίος την παντρεύτηκε κι έφερε κοντά της τον πατέρα της από την Κω.
 


Δεν υπάρχει αμφιβολία για την αλήθεια αυτού του γεγονότος της 
ταραχώδους περιπέτειας της μοιραίας εκείνης γυναίκας από την Κω, καθώς βρίθουν οι πληροφορίες από τους ιστορικούς συγγραφείς για πειρατικές επιθέσεις εναντίον του νησιού στις αρχές του 17 ου αιώνα, όχι μόνο από τους Μαλτέζους και τους Ναπολιτάνους, αλλά και από τους Φλωρεντινούς και τους Τοσκανούς με φοβερές σφαγές, λεηλασίες και συλλήψεις μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων, οι οποίοι σύρονταν ως σκλάβοι στην Ιταλία, στην Τύνιδα και αλλού, χωρίς επιστροφή στην πατρίδα, σκορπώντας την θλίψη και τον πόνο στους Κώους για την απώλεια τόσων συγγενών τους.[Περισσότερα βλέπε στο βιβλίο μου «Ιστορία της Νήσου Κω» (1990) σελ.313 και 344 και αγγλόφωνη έκδοση αυτού του βιβλίου (2015) σελ.310-311 και 341].

Την περιπετειώδη ζωή της Μαρίας Βασιλικού περιέγραψε πρώτος ο εκπαιδευτικός Δημήτριος Χατζηάμαλλος στο μικρό πόνημά του με τίτλο: «Η Κως. Ιστορία και Αρχαιότητες», Αθήναι (αχρον.) σελ. 42-44, επικαλούμενος αόριστα ως πηγή τον Σάθα, χωρίς να παραπέμπει σε συγκεκριμένη έκδοση αυτού του συγγραφέα, όπου θα μπορούσαμε να βρούμε δημοσιευμένη την ιστορία της γυναίκας εκείνης της Κω. Ανέτρεξα στον επιφανή ιστοριογράφο Κωνσταντίνο Σάθα, όπου ερεύνησα το βασικό έργο του «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη» (7τόμοι) και το ιστορικό του δοκίμιο «Τουρκοκρατουμένη Ελλάς1453-1821», αλλά απουσιάζει η αναφορά στη Μαρία Βασιλικού. Ίσως κάποιος άλλος μελετητής να σταθεί πιο τυχερός και να ανασύρει από κάποια αυθεντική πηγή την εξιστόρηση της δραματικής και μυθιστορηματικής ζωής της Μαρίας, που θα μπορούσε σήμερα να γίνει ακόμη και σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, η οποία να μας αποκαλύπτει τα ήθη και τους χαρακτήρες των ανθρώπων εκείνων των πολυτάραχων εποχών.

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

ΟΙ ΚΑΜΠΑΛΟΥΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΚΩ ΚΑΙ TΗΣ ΝΙΣΥΡΟΥ

 Το όνομα Καμπαλούρης προέρχεται από το βυζαντινό «Καβαλλούρης». Το συναντούμε σε δυο Αυτοκρατορικά Χρυσόβουλλα των αρχών του 11ου αιώνα. Το πρώτο χρυσόβουλλο είναι του Αυτοκράτορα Νικηφόρου τουΒοτανειάτη (1079) που αναφέρεται στους ιδρυτές της Μονής του Ιωάννη του Προδρόμου στην πόλη Στρόβιλο της Μικράς Ασίας και το δεύτερο είναι του Αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1085) που αναφέρεται στα κτήματα του Οσίου Χριστοδούλου, που βρίσκονταν στην Κω, μνημονεύοντας επίσης τις δωρεές και τις αφιερώσεις κτημάτων που κατείχε στο νησί η μοναχή Μαρία, αδελφή του «βεστάρχου» (δηλ. του προϊσταμένου της αυτοκρατορικής ιματιοθήκης) Κωνσταντίνου Καβαλλούρη.

Σύμφωνα με το πρώτο χρυσόβουλλο είχε αρχίσει να ανεγείρεται από τον βεστάρχη Κωνσταντίνο  Καβαλλούρη η Μονή του Ιωάννη του Προδρόμου στην Στρόβιλοενώσυνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε η ανέγερση αυτή από την αδελφή του τη μοναχή Μαρία Καβαλλουρίνα, με την επιχορήγηση του Νικηφόρου ΒοτανειάτηΟ Κωνσταντίνος Καβαλλούρης κατείχε επίσης  κτήματα στο Παρθένι και στα Τεμένια της Λέρου, που περιήλθαν «κατά λόγον δεσποτείας» στον Όσιο Χριστόδουλο. Ο Χριστόδουλος πάλι στον Κωδίκελλό του αναφέρει δυο «προάστεια» (δηλ. φέουδα, ιδιοκτησίες γεωργικές και οικιστικές μονάδες κοντά σε αστικές περιοχές) της Κω, το Αναβασίδιον» και οι «Καρδιασμένοι», που δωρήθηκαν στη Μονή της Θεοτόκου των Καστριανών στο Παλαιό Πυλί από τον βεστάρχη Κων. Καβαλλούρη.


Δυστυχώς τα τοπωνύμια Αναβασίδιον και Καρδιασμένοι δεν διασώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Ίσως το Αναβασίδιον να βρισκόταν σε κάποια βουνοπλαγιά του νησιού και οι Καρδιασμένοι στη νότια παραλία της Κω, κοντά στην σημερινή Καρδάμαινα, όπου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα διατηρούσαν ακόμη μικρή κτηματική περιουσία οι Καμπαλούρηδες, όπως γράφει ο αείμνηστος Ηρακλής Καραναστάσης ( «Το  Χρονικό μιας Οικογένειας», Αθήνα 1977, σ.149). Φαίνεται όμως ότι οι Καμπαλούρηδες κατά την οθωμανική περίοδο βρέθηκαν στα Νικιά της Νισύρου, γιατί συναντούμε το όνομα του απογόνου τους Ιωάννη Μ. Καμπαλούρη μαζί με το όνομα του πεθερού του Μιχαήλ Ε. Εμμανουηλίδη σε επιγραφή στην τριγωνική μαρμάρινη πλάκα, που βρίσκεται εντοιχισμένη πάνω από την είσοδο του παλαιού σχολείου των Νικιών. Σ’ αυτή διαβάζουμε πως το σχολείο: «Ανηγέρθη δαπάνη Μιχαήλ Ε. Εμμανουηλίδου εν έτει 1856 και ανεκαινίσθη αναλώμασι Ιωάννου Μ. Καμπαλούρη εν έτει 1909».





Αυτός ο Ιωάννης Μ. Καμπαλούρης, που είχε συγγενείς με άλλα όμως επώνυμα και στην Κω, ο «Γιάγκο ΕφέντηςΚαμπαλούρης» όπως τον αποκαλούσαν, υπήρξε ένας διαπρεπής δικηγόρος της Κων/πολης, που στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ου  αιώνα πολιτεύθηκε με το Κόμμα των Νεοτούρκων ως πληρεξούσιος του Δωδεκανησιακού Λαού, αγωνισθείς για τα «προνόμια» των νησιωτών. Πολύτιμη υπήρξε η προσφορά του και στην ελληνική ομογένεια της Πόλης, που τον εκτιμούσε και τον σεβότανε αφάνταστα, αλλά και προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού διετέλεσε Νομικός Σύμβουλος του Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ΄. Το διπλωματικό σώμα στην Ελλάδα ευτύχησε να έχει στους κόλπους του τους απογόνους τουΙωάννη Μ. Καμπαλούρη, που ως πρόξενοι και πρεσβευτέςυπηρέτησαν επάξια σε πρωτεύουσες διαφόρων χωρών, συνεχίζοντας την παράδοση του βυζαντινού τους ονόματος και της υψηλής θέσης που κατείχε κάποτε ο μεγάλος πρόγονός τους Κων/νος Καβαλλούρης στη Βυζαντινή Αυτοκρατορική Αυλή.


Στη φωτογραφία του 1908 που παραθέτω, απεικονίζεται ο «Γιάγκο Εφέντης Καμπαλούρης» ως υποψήφιος βουλευτής της περιφέρειας Ρόδου, φορώντας τούρκικο φέσι και την επίσημη στολή του, κρατώντας στο γαντοφορεμένο χέρι το σπαθί του αξιώματος, το οποίο ο τελευταίος Σουλτάνος της Τουρκίας Αβδούλ Χαμίτ Β΄ του είχε απονείμει, τιμώντας τον με παράσημο και με τον Οσμανικό Δημοσιοϋπαλληλικό βαθμό του Μουτεμαΐζ. (Περισσότερα για τους Καμπαλούρηδες βλέπε σχετικό άρθρο μου στα «Νισυριακά», τόμος 14ος , Αθήναι 2000, σσ.177-180).

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

ΔΑΒΗΝΑΣ. Ο ΓΑΛΛΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ ΤΗΣ ΚΩ

Στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα σε μερικά τουρκοκρατούμενα νησιά του Αιγαίου, όπως η Κως, μας λένε τα περιηγητικά κείμενα, είχαν αρχίσει με βάση το προνομιακό καθεστώς των διομολογήσεων (Capitulations) να ιδρύονται προξενεία ή ναυτικά υποπροξενεία ή πρακτορεία από τις Κυβερνήσεις των Ευρωπαϊκών χωρών (Αγγλίας, Γαλλίας,Ρωσίας κλπ.).  Δεν ήταν, μάλιστα, σπάνιο το φαινόμενο ένας πρόξενος, Έλληνας ή ξένος, να συγκεντρώνει στο πρόσωπό του τα προξενικά καθήκοντα δύο ή περισσοτέρων κρατών.  Οι πρόξενοι διευκόλυναν τους ταξιδιώτες στις περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες, που επέβαλλαν οι οθωμανικοί νόμοι, στην επιτυχή αντιμετώπιση κάθε εμπορικής συναλλαγής τους, ενώ παράλληλα φιλοξενούσαν και όσους στάθμευαν στο λιμάνι του νησιού, για να συνεχίσουν την πορεία τους προς τους Αγίους Τόπους ή την Αλεξάνδρεια. 

Ειδικά ο πρόξενος ή πιο σωστά ο ναυτικός πράκτορας της Γαλλίας στην Κω, διοριζόταν από τον πρεσβευτή της χώρας αυτής στην Κωνσταντινούπολη.  Στα ανοιχτά του λιμανιού της Κω, εκεί όπου είναι σήμερα η πολεμική σκάλα, αγκυροβολούσαν τα ευρωπαϊκά πλοία, που ύψωναν τη σημαία του κράτους στο οποίο ανήκαν και απέναντι, στη σημερινή ακτή Μιαούλη, υπήρχαν ως επί το πλείστον τα οικήματα των προξένων ή ναυτικών πρακτόρων, γνωστά με την ονομασία: «Κονσολάτα», στα οποία υψωνόταν με τη σειρά της η ίδια σημαία του συγκεκριμένου κράτους, ο πρόξενος του οποίου ανελάμβανε αμέσως τη φροντίδα των αποβιβασμένων στο νησί ταξιδιωτών του.

Στις αρχές του 19ου αιώνα Γάλλος προξενικός πράκτορας στην Κω ήταν ο γλωσσομαθής Δαβηνάς (Davenat), που έσωσε το ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό από την αρπαγή και τον άδικο αφανισμό των Τούρκων.  Ο Δαβηνάς ήταν Κώος, εγγονός του Σεβαστού Ζουμπουλίκου από το γιό του Γεώργιο Ζουμπουλίκο, ο οποίος έφερε το τιμητικό εκκλησιαστικό αξίωμα του Πρωτονοταρίου.  Σε πολύ μικρή ηλικία υιοθετήθηκε από ένα Γάλλο σταφιδέμπορο της Κω ονομαζόμενο Davenat, που ήταν άτεκνος ή είχε χάσει το μονάκριβο παιδί του όταν στις 17 Μαρτίου του 1816 έγινε η έκρηξη της πυριτιδαποθήκης του Κάστρου.  Με το επώνυμο Δαβηνάς ο νεαρός Κώος στάλθηκε στη Γαλλία για σπουδές και θα επιστρέψει στο νησί του άξιος της εμπιστοσύνης της προξενικής αποστολής της Γαλλίας, αντιπροσωπεύοντας συνάμα άλλες πέντε χώρες: την Αυστρία, Σαρδηνία, Αγγλία, Ρωσία και Πρωσία.

Όταν με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 οι Τούρκοι στράφηκαν με σφαγές εναντίον των χριστιανών κατοίκων της Κω, ο Δαβηνάς αναφέρεται, χωρίς να κατονομάζεται, από τον φιλέλληνα Γάλλο συγγραφέα και διπλωμάτη F. Pouqueville (1770-1838) ως ο πρόξενος εκείνος, που διέθεσε πλοίο του βασιλικού ναυτικού της Γαλλίας για να μεταφέρει πλήθος των καταδιωκομένων από τους Τούρκους Κώων προς τη Νίσυρο, την Τήλο και την απέναντι Αλικαρνασσό για να σωθούν.  Όταν πάλι οι Τούρκοι του Κερμετέ συνεννοήθηκαν με τους ομόθρησκούς τους της Χώρας (πόλης Κω) να ενωθούν κάποια νύχτα και να επιτεθούν στους χριστιανούς, ο πρόξενος Δαβηνάς μόλις έμαθε τα σχεδιαζόμενα από γυναίκα εξωμότισσα, φόρεσε την επίσημη στολή με το σπαθί του κι έτρεξε στον Πασά διοικητή της Κω, του μίλησε σε γλώσσα αυστηρή, υπονοώντας τον κι αυτόν ως συνένοχο του απειλούμενου κακού και δηλώνοντάς του ότι επιστρέφοντας στο προξενείο του θα ειδοποιούσε αμέσως τις ξένες δυνάμεις που εκπροσωπούσε, να στείλουν το στόλο τους για να επιβάλουν τις αρμόζουσες ποινές.  Η απειλή του προξένου Δαβηνά έπιασε στα γερά και το μεγάλο κακό αποσοβήθηκε. 

Λέγεται ακόμη ότι όταν γύρω στα 1830 διοικούσε την Κω ως «Καϊμακάμης» ο Αλή-Μπέης, φίλος των χριστιανών, δίκαιος και αγαθός, ο Δαβηνάς συνεργάστηκε μαζί του και πέτυχε να αναρτηθούν στις εκκλησιές του νησιού οι μέχρι τότε απαγορευμένες καμπάνες και να χτυπούν στις γιορτές.  Έτσι το μόνο πρόσωπο, που έμπαινε στα ρουθούνια των ισχυρών της εποχής και κάθε χριστιανός είχε τη συμπαράσταση και τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του, ήταν ο Δαβηνάς.  Έζησε στην πατρίδα του την Κω μέχρι το 1862.

Τρίτη 18 Μαΐου 2021

ΟΙ ΣΦΑΓΕΣ ΤΗΣ ΚΩ ΤΟ 1821 ΟΠΩΣ ΤΙΣ ΕΞΙΣΤΟΡΕΙ Ο ΓΑΛΛΟΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΗΣ F.C.H. POUQUEVILLE

 Έγραψα και άλλοτε για τις σφαγές των Κώων από τους Τούρκους το 1821, όπως τις εξιστορεί ένας σημαντικός Γάλλος φιλέλληνας, ο  François CHPouqueville (1770-1838). ΟΦρανσουά Πουκεβίλ υπήρξε διπλωμάτης, ταξιδιώτης,ιστοριογράφος, γιατρός και ακαδημαϊκός, ο οποίος συνέγραψεεκτός των άλλων πολύτιμων βιβλίων που αναφέρονται στον ελλαδικό χώρο και την τετράτομη: «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ήτοι η Αναγέννησις της Ελλάδος 1740-1824», που εκδόθηκε το 1824μεταφράστηκε κι εκδόθηκε στα ελληνικά το 1890 από τον δικηγόρο Ιωάννη Ζαφειρόπουλο. Τα όσα αναφέρει ο Πουκεβίλ για τις σφαγές της Κω στον τρίτο τόμο του έργου του αυτού (σελ.31) θεωρώ ότι είναι αξιόπιστα, γιατί γράφτηκαν τρία μόλις χρόνια μετά τα δραματικά εκείνα γεγονότα. Οι σφαγές της Κω του 1821 μνημονεύονται και από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη στο έργο του: «Ιστορία της ΕλληνικήςΕπαναστάσεως», έκδοση 1853, αλλά δεν επιβεβαιώνονται από την παλαιότερη τοπική ιστοριογραφία ή τους Κώδικες του «Αρχείου Δουλείας» της Ιεράς Μητροπόλεως Κω του αντίστοιχου έτους.



Μετά την ύψωση της σημαίας της Επανάστασης στη Σάμοάρχισαν αμέσως και οι φριχτές διώξεις των χριστιανών, όπου αυτοί βρίσκονταν σε συνεχή επαφή με τους Τούρκους. Τα ίδια θα συμβούν και στην Κω, που είχε πολυπληθή τουρκική παρουσία, για την οποία ο Πουκεβίλ σημειώνει:

«Η Κως νήσος, ην οι νεώτεροι ονομάζουσι Στάνκιο, και κατά τον Θηβέτ, “ομοία της οποίας υπό τον ήλιον δεν υπάρχει τερπνοτέρα, ένεκα των ευωδιαζόντων ωραίων κήπων της, και ην θα εξελάμβανέ τις ως επίγειον παράδεισον”, εκαλύφθη υπό πενθίμου πέπλου. Οι μωαμεθανοί εζήτουν κεφαλάς και λεηλασίαν μετά της αυτής μανίας, μεθ’ ης οι διεφθαρμένοι Ρωμαίοι εζήτουν άρτον και θεάματα. Η Κωνσταντινούπολις είχε δώσει το σημείον της σφαγής και ο ωραίος πλάτανος της Κω, όστις εφιλοξένησεν ίσως άλλοτε υπό την σκιάν αυτού τους μαθητάς του Ιπποκράτους, μετεσχηματίσθη εις αγχόνην. Απ’ αυτού εκρέμασαν πλείστους κληρικούς‧ και οι δύο ικετήριοι βωμοί οι αφιερωμένοι εις τους Ασκληπιάδας, ευεργέτας της ανθρωπότητος, επληρώθησαν εκ των κεφαλών των απογόνων αυτών. Η μάχαιρα εξήλειψεν εκ τουβιβλίου των ζώντων εννεακοσίους Χριστιανούς. Πάντες θα απώλλοντο, εάν ο πασάς, οχυρωθείς εις το φρούριον, έργον αποδιδόμενον εις τους Γενουινσίους (εννοεί το Κάστρο της Νεραντζιάς, που έχτισαν οι Ιωαννίτες Ιππότες) και περισσοτέραν επιρροήν χαίρων του Ελήζ-αγά (Διοικητή της Καρίας, όπου υπαγόταν τότε και η Κως), ώστε να η σεβαστός, δεν ανεχαίτιζε τους κανιβάλους. Εν τω μέσω της αναρχίας ταύτης ο πρόξενος και πλοίον τι του βασιλικού ναυτικού της Γαλλίας, έσωσεν πλήθος προγεγραμμένων, οίτινες απεσύρθησαν εις τας νήσους Νίσυρον και Τήλον και εις τα παράλια της Αλικαρνασσού».




Ο Φρανσουά Πουκεβίλ ολοκληρώνοντας τα γραφόμενα του για τις σφαγές της Κω τη χρονιά της Ελληνικής Επανάστασης, μας δίνει σε υποσημείωση και την περιγραφή του πλατάνου, που τον θεωρεί ότι αποτελεί πάντοτε αντικείμενο θαυμασμού απ’ όλους τους περιηγητές του νησιού.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Η ΚΩΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Ο πόθος της λύτρωσης από τον οθωμανικό ζυγό φώλιαζε πάντοτε στις καρδιές των Κώων, όπως και των άλλων Αιγαιοπελαγιτών. Ασχολούμενοι όμως οι Κώοι κυρίως με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία δεν είχαν δυνατότητες να απομακρυνθούν από το νησί τους και να έχουν επαφές με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Αντίθετα οι ελάχιστοι ναύτες του νησιού, που ταξίδευαν με ελληνικά πλοία για μεταφορές αγαθών κι έφθαναν ως τον Εύξεινο Πόντο, μάθαιναν ότι η Ρωσία μετά τη νικηφόρα για αυτήν Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή του 1774 εξασφάλιζε στους υποτελείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όχι μόνο το δικαίωμα της ναυσιπλοΐας, αλλά παράλληλα ξεσήκωνε και τους νησιώτες του Αιγαίου κατά των Τούρκων.

Έτσι ένας νέος που καταγόταν από την Κω κατόρθωσε να διαφύγει στην Οδησσό, όπου τον παρέλαβαν οι Ρώσοι και στην Αγία Πετρούπολη τον εκπαίδευσαν στρατιωτικά με σκοπό να ηγηθεί, ως Στρατηγός του Τσάρου, του εκστρατευτικού σώματος των Ελλήνων προσφύγων, που οι Ρώσοι είχαν μεταφέρει στα Επτάνησα για να προετοιμάσουν τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Τούρκων. Ήταν ο Εμμανουήλ Γρηγορίου Παπαδόπουλος (Βλέπε Διονυσίου Κόκκινου, «Η Ελληνική Επανάστασης», τόμος Α΄, Αθήναι 1956, σ.38). Το επώνυμο Παπαδόπουλος του το έδωσαν οι Ρώσοι γιατί ήταν παπαδοπαίδι. Οι ιστορικές πηγές του νησιού μας αγνοούσαν τελείως την ύπαρξή του, ώσπου έγινε γνωστός από το βιβλίο της Ιστορίας της Κω που εκδώσαμε. 

Ο Στρατηγός Εμμανουήλ Παπαδόπουλος, έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στα πολιτικο-στρατιωτικά γεγονότα των Ιονίων νησιών κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1806-1812), νιώθοντας περήφανος ανάμεσα στους Έλληνες και δεν έκρυβε τον πόθο του ξεσηκωμού για τη λευτεριά του Γένους. Σπεύδει στην Πελοπόννησο για να ενθαρρύνει την εξέγερση και επικοινωνεί με τον γιο του πρώην ηγεμόνα της Μάνης Γρηγοράκη Τζανέτμπεη προτρέποντάς τον να έχει αρματωμένα και ετοιμοπόλεμα τα παλληκάρια του (Βλέπε Κων/νου Σάθα, «Τουρκοκρατουμένη Ελλάς 1453-1821» σ.573, σημ.1). Ο Ιωάννης Καποδίστριας, που βρισκόταν σε διαρκείς συνεννοήσεις με τους αρματολούς της Στερεάς Ελλάδας, συγκέντρωσε στη Λευκάδα πολλούς από αυτούς καθώς και τους αρχηγούς των εθελοντών από κάθε Ιόνιο νησί, παρουσία του Κώου Στρατηγού, όπου λέγεται ότι όλοι μαζί έδωσαν τον όρκο για την απολύτρωση του Γένους (Βλέπε Διονυσίου Κόκκινου, ό.π. σ.38-39).


Ο Εμμανουήλ Παπαδόπουλος εξέδωσε στην Κέρκυρα το 1804 και 1805 δύο βιβλία του με στρατιωτικές διδασκαλίες για τα τακτικά στρατεύματα τόσο της Επτανήσου Πολιτείας, που ο ίδιος είχε διοργανώσει, όσο και για τους ένοπλους Ηπειρωτοσουλιώτες και Χιμαραπελοποννήσιους, όπως έγραφε.

Ο γενναίος αυτός Κώος Στρατηγός θα διακριθεί στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1812 και θα πέσει ηρωικά μαχόμενος εναντίον των Τούρκων στην Σούμλα της Βουλγαρίας το έτος 1810.

Στην Κω ωστόσο οι Τούρκοι στα τέλη του 18 ου αιώνα άρχισαν να εξαγριώνονται και να επιδίδονται σε ατιμώσεις εναντίον των χριστιανών κατοίκων. Έτσι την άνοιξη του 1798, που η τουρκική αρμάδα βρισκόταν αγκυροβολημένη στον κόλπο του νησιού, κάλεσαν τον Αρχιεπίσκοπο της Κω Ζαχαρία (1790-†1798) να επισκεφθεί τη ναυαρχίδα τους κι εκεί τον αποκεφάλισαν κι έριξαν το σώμα του στη θάλασσα. Με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας το 1814 στην Οδησσό εντείνεται και συστηματοποιείται η δράση των Ελλήνων για εθνική αφύπνιση. Φαίνεται πώς κάποιοι Κώοι είχαν πληροφορηθεί τα τεκταινόμενα κι έσπευδαν κρυφά να βοηθήσουν τους Φιλικούς με κάθε τρόπο. Τέσσερα ονόματα Κώων Φιλικών διέσωσε η τοπική μας ιστορία: του Δημητρίου Αλεξάκη από την Χώρα (πόλη), του Σοφιανού από το Ασφενδιού, του Σκενδέρη Χατζηγεώργη από το Πυλί και του Ζουλούφη από την Αντιμάχεια.

Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης μερικά καΐκια της Κω από εμπορικά μετατράπηκαν σε πολεμικά και τα πληρώματά τους έσμιξαν στις 24 Ιουνίου του 1821 με τα Υδραίικα στον κοινό αγώνα. Ίσως το γεγονός αυτό να υπήρξε η αφορμή που οδήγησε τους Τούρκους σε αντίποινα με σφαγές των χριστιανών κατοίκων της Κω ( Βλέπε F.C.H.L.Pouqueville, «Ιστορία της Αναγέννησης της Ελλάδας 1740-1824», τόμος Γ΄, Έκδοση Χαϊδελβέργης 1824, σ.33, που αναφέρει απαγχονισμούς ιερέων στον Πλάτανο και 900(;) αποκεφαλισμούς χριστιανών, καθώς και Σπυρίδωνα Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», έκδοση 1853, ο οποίος αναφέρει 98 σφαγές χριστιανών κατοίκων της Χώρας).

Η σφαγή της Χίου από τους Τούρκους τον Απρίλιο του 1822 οδήγησε τους Έλληνες να εκδικηθούν τον ισχυρότερο σε στόλο εχθρό τους με τα πυρπολικά. Ο Κωνσταντίνος Κανάρης από τα Ψαρά και ο Ανδρέας Πιπίνος από την Ύδρα κατόρθωσαν με τα πυρπολικά τους να μπουν στο λιμάνι της Χίου τη νύχτα της 6 ης Ιουνίου του 1822, όταν οι Τούρκοι γιόρταζαν το Μπαϊράμι και συμποσίαζαν στα πλοία τους. Ο Τούρκος ναύαρχος Καρά Αλής είχε καλέσει στη φωταγωγημένη ναυαρχίδα του τους αξιωματικούς του στόλου για ένα ολονύχτιο γλέντι.

Η προσπάθεια του Πιπίνου να πλήξει την υποναυαρχίδα του τουρκικού στόλου απέτυχε. Στο λιμάνι όμως της Χίου ξεχώριζαν εκείνη την αφέγγαρη βραδιά δυο πλοία. Η ναυαρχίδα του Καρά Αλή κι ένα πανύψηλο ρωσικό καράβι, που τυχαία ήταν αγκυροβολημένο εκεί κοντά. Ο Κανάρης είχε μαζί του και τρεις Κώους ναύτες: τον Γιάννη Σεβαστάκη από την Κέφαλο, τον Λαζαρή από το Πυλί και κάποιον Γιώργη … (το επώνυμό του δεν διασώθηκε) επίσης από την Κέφαλο. Ο Κανάρης ξεγελασμένος από τη φωταγώγηση του ρωσικού σκάφους και νομίζοντας πως αυτό ήταν η τουρκική ναυαρχίδα πήγαινε κατά πάνω του. Οι τρεις Κώοι ναύτες, που έτυχε να γνωρίζουν καλά τα τουρκικά πλοία, τον έπεισαν να αλλάξει κατεύθυνση, να στρέψει και να γαντζώσει το πυρπολικό του πάνω στην τουρκική ναυαρχίδα και να της βάλει τη φωτιά. Δεν άργησε τότε να εκραγεί η μπαρουταποθήκη της κι εκτινάχτηκε ολόκληρη η ναυαρχίδα στον αέρα. Δυο χιλιάδες Τούρκοι λέγεται ότι βρήκαν το θάνατο, ανάμεσά του και ο αρχηγός του στόλου, ο Καρά Αλής, που βαριά χτυπημένος από ένα καμένο κομμάτι καταρτιού μπήκε σε μια βάρκα και ξεψύχησε μόλις έφτασε στην ακτή.

Η σύγκρουση στο Αιγαίο ανάμεσα στα Ελληνικά πυρπολικά και στον Οθωμανικό στόλο θα συνεχιστεί και τα προσεχή χρόνια και μετά την ήττα του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου, τον Αύγουστο του 1824, στην περίφημη ναυμαχία του Γέροντα, οι Κώοι θα υποστούν και πάλι απηνείς διώξεις από τους Τούρκους, που ο λαός τις ονόμασε «κακά». Τα κακά αυτά τελικά έπαψαν χάρη στην ταπεινή ικεσία «να σωθεί το ποίμνιό του», που έκαμε ο Αρχιεπίσκοπος της Κω Γεράσιμος (1801-1838) προς τον Διοικητή Πασά του νησιού, ο οποίος έδωσε την εντολή να σταματήσουν οι διωγμοί κατά των χριστιανών. Η καταπίεση των κατοίκων της Κω από τους Τούρκους θα σταματήσει με την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους το 1832.

[Απόσπασμα από το βιβλίο μου: «Ιστορία της Νήσου Κω. Αρχαία-Μεσαιωνική-Νεότερη» , έκδοση Δήμου Κω, 1990].