Η χρήση των παρακάτω περιεχομένων επιβάλλει τη ρητή αναφορά στον συγγραφέα και στο έργο του,
διαφορετικά εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας.

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ ΤΟ 1923 ΩΣ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Μια Δωδεκανησιακή περιπέτεια 24 χρόνων!

   Στις 24 Ιουλίου του 1923  στη Λωζάννη υπογράφτηκε Συνθήκη, με την οποία η μέχρι τότε πολεμική κατοχή των Ιταλών στα Δωδεκάνησα μετατρεπόταν σε νομική, με αποτέλεσμα την προσάρτηση των νησιών αυτών ως «Κτήσης» (Possedimento) στην Ιταλική Επικράτεια. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Παραρτήματος της Συνθήκης της Λωζάννης η Τουρκία παραιτείτο υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί ενός εκάστου των νησιών του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος καθώς και επί των νησίδων που εξαρτιόντουσαν από αυτά. Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης άρχιζε και επίσημα η de jure κατοχή της Ιταλίας στα Δωδεκάνησα. Η  αφορμή για το άρθρο μου αυτό είναι το πρόσφατο, τεκμηριωμένο με πολλές βιβλιογραφικές παραπομπές, δημοσίευμα στο περιοδικό «η δέλτος», Επιθεώρηση Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ,Τεύχος 2, Ιανουάριος-Ιούνιος 2018- Έτος 2ο, σ. σ.97-114 με τίτλο: «Το Δωδεκανησιακό ζήτημα και η τουρκική εξωτερική πολιτική κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου» του διδάκτορα του Παντείου Πανεπιστημίου Αντώνη Κλάψη, όπου αποκαλύπτονται όλες οι κινήσεις της τουρκικής διπλωματίας για την τύχη της Δωδεκανήσου από την περίοδο της υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάννης μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.


   Αρχίζει το δημοσίευμά του ο συγγραφέας  με μια προφητική αποστροφή από ένα χειρόγραφο του Σεπτεμβρίου του 1941 του διπλωμάτη μας Γεωργίου Σεφέρη, ο οποίος έλεγε ότι ο Θεός έβαλε το χέρι του και δεν βγήκε η Τουρκία να βοηθήσει εμάς και τους συμμάχους μας κατά του Άξονα, γιατί αν είχε γίνει αυτό, τα Δωδεκάνησα θα ήταν από τότε τουρκικά. Μια περιεκτική διατύπωση για την τακτική που έμελλε να ακολουθήσει η Άγκυρα σε σχέση με τα νησιά μας ως τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για την Ελλάδα φυσικά τα Δωδεκάνησα αποτελούσαν ένα από τα τελευταία ανολοκλήρωτα κεφάλαια στη μακρά και συχνά επώδυνη διαδικασία της εδαφικής της ολοκλήρωσης, καθώς η συντριπτική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου έναντι μιας μικρής τουρκικής μειονότητας στη Ρόδο και στην Κω, συνιστούσε το σημαντικότερο επιχείρημα της Αθήνας για τη διεκδίκηση αυτών των νησιών, τα οποία ουδέποτε στο παρελθόν έπαψαν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τη Ρώμη.

   Είναι γνωστό βέβαια ότι μετά την υπογραφή του ελληνοϊταλικού Συμφώνου Φιλίας της 23ης Σεπτεμβρίου του 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε διατυπώσει  ευθαρσώς την άποψη  πως το Ζήτημα των Δωδεκανήσων υφίσταται μόνο μεταξύ των Δωδεκανησίων και της Ιταλίας και δεν θα έπρεπε η Δωδεκάνησος να εμποδίσει την εμπέδωση των σχέσεων φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, αλλά για την Άγκυρα η συνεχιζόμενη ιταλική κατοχή των Δωδεκανήσων εθεωρείτο  ως οιονεί απειλή για την τουρκική ασφάλεια, αφού τα νησιά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εφαλτήριο σε μια πιθανή απόπειρα εισβολής στα μικρασιατικά παράλια, που  στο πρόσφατο παρελθόν κάποια τμήματά τους είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους Ιταλούς. Η εδραίωση, άλλωστε, του φασισμού στην Ιταλία τον Οκτώβριο του 1923 συνέβαλε  στην αναζωπύρωση των επεκτατικών βλέψεων του Μουσολίνι, ο οποίος έσπευσε να μετατρέψει τη Λέρο σε ισχυρότατη ναυτική βάση, αλλά και η εντονότατη φημολογία για ενδεχόμενη σύμπηξη ιταλοβρετανικής συμμαχίας με αντιτουρκικό προσανατολισμό, επέτειναν περαιτέρω τις ανησυχίες των Τούρκων. Η βελτίωση των ιταλοτουρκικών σχέσεων μετά το 1928 και η υπογραφή των Συμφωνιών του 1932,  με τις οποίες καθορίζονταν λεπτομερώς τα θαλάσσια σύνορα ανάμεσα στα Δωδεκάνησα και τις απέναντι Μικρασιατικές ακτές, συνέβαλε, βέβαια, στην αποφόρτιση της έντασης, αλλά στην πραγματικότητα οι Τούρκοι δεν εγκατέλειψαν τα όνειρά τους να επαναποκτήσουν τα ιταλοκρατούμενα νησιά.

   Γάλλοι και Βρετανοί προσπάθησαν  τα επόμενα χρόνια και κυρίως το 1939 και 1940 να προσεταιριστούν με μύριους διπλωματικούς τρόπους τους «επιτήδειους ουδέτερους» Τούρκους στρέφοντάς τους κατά του Άξονα χρησιμοποιώντας ως δέλεαρ τα Δωδεκάνησα. Αυτό το γνώριζε  ο Ιωάννης Μεταξάς και μάταια προσπαθούσε λίγο πριν την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου να πείσει τους Βρετανούς να καταλάβουν τα Δωδεκάνησα χωρίς τη βοήθεια των Τούρκων. Στη συνεδρίαση, μάλιστα, του Ανωτάτου Πολεμικού Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου του 1940 (λίγο μετά τις περιφανείς νίκες  του στρατού μας στο Ελληνοαλβανικό μέτωπο) διατύπωσε την τολμηρή πρόταση: «ή 1) να καταλάβωμεν την Δωδεκάνησον ομού μετά των Άγγλων, οπότε θα είναι δύσκολον να μας την αμφισβητήσουν οι Τούρκοι ή 2) αν οι Άγγλοι αναβάλλουν, να την καταλάβωμεν μόνοι μας, οπότε ουδείς θα μας την αμφισβητήση». Στην ίδια ομιλία του, ο Μεταξάς ανέφερε ότι οι Τούρκοι προετοίμαζαν πέντε μεραρχίες για την κατάληψη των Δωδεκανήσων και αν αυτό συνέβαινε η Τουρκία φυσικά θα επιτύγχανε τον στόχο της. Για τους λόγους αυτούς απέρριψε τις εισηγήσεις των Βρετανών περί δραστηριοποίησης του πολεμικού μας ναυτικού στην Αδριατική, προτιμώντας να παραμείνει ο στόλος μας διαθέσιμος, για να διεξάγει επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα.

   Και ήλθε το 1941 η Γερμανική κατοχή στην Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς συναντιέται ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν με τον Σοβιετικό ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν στη Μόσχα. Αντικείμενο της συζήτησής τους ήταν εκτός των άλλων και η προσπάθεια προσέλκυσης της Τουρκίας στο συμμαχικό στρατόπεδο. Για να δελεάσουν τους Τούρκους ο Στάλιν πρότεινε την προσφορά των Δωδεκανήσων. Ο Ήντεν είπε πως κατοικούνταν από Έλληνες και ο Στάλιν απάντησε: «Δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε απαράκαμπτα τον κανόνα. Και στην Ελλάδα υπάρχουν Τούρκοι» (υπονοώντας εκείνους που  κατοικούσαν στη Δυτική Θράκη, οι οποίοι όμως σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης χαρακτηρίζονταν Έλληνες Μουσουλμάνοι). Συμβιβαστικά τότε ο Ήντεν αντιπρότεινε να γίνει ανταλλαγή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ώστε να πάρει μερικά νησιά η μία και μερικά η άλλη! Η γνωστή τακτική των Άγγλων του «διαίρει και  βασίλευε».

   Το βρετανικό παιχνίδι θα συνεχιστεί και στα Άδανα, όπου τον Ιανουάριο του 1943 ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ συναντιέται με Τούρκους αξιωματούχους. με σκοπό να τους πείσει να συμμετάσχει η Τουρκία στη δημιουργία ενός βαλκανικού μετώπου, γεγονός που θορύβησε το Βερολίνο. Το αντάλλαγμα και πάλι ήταν ασφαλώς τα Δωδεκάνησα. Προβληματισμοί και ανησυχίες θα εγκύψουν και στην Ελληνική πλευρά, την οποία οι Βρετανοί θα σπεύσουν να καθησυχάσουν, μη υποσχόμενοι βέβαια ρητά την παράδοση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, λέγοντας όχι από τώρα δεσμεύσεις, αλλά μετά τέλος του πολέμου.
   Προς το τέλος σχεδόν του πολέμου, θα έχουμε ξανά μοίρασμα της τράπουλας. Μετά την πτώση του Μουσολίνι, οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν με τους Βρετανούς και Αμερικανούς και τα γεγονότα θα πάρουν νέα τροπή. Το Βερολίνο άρχισε να διαπραγματεύεται με τους Τούρκους, χρησιμοποιώντας ως δόλωμα τα Δωδεκάνησα, που στο μεταξύ είχαν καταληφθεί από τα Γερμανικά στρατεύματα. Νέες παλινωδίες και πάλι θα έχουμε από πλευράς των Συμμάχων, παρόλο που στο πλευρό τους πολεμούσαν ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Ιερός Λόχος). Τον ανεφοδιασμό τους, τουλάχιστον σε τρόφιμα, είχε αναλάβει η Τουρκία, γεγονός που προκάλεσε τις εύλογες ανησυχίες της ελληνικής πλευράς,  τις οποίες καθησύχαζαν οι σύμμαχοι.

   Στο σημείο αυτό θα μνημονεύσω παλαιότερα δικά μου δημοσιεύματα για την ενεργό παρουσία του Ιερού μας Λόχου στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Γερμανών και για τη βαρύνουσα σημασία που είχαν για την επίλυση του Δωδεκανησιακού Ζητήματος οι ηρωικές καταδρομικές του επιχειρήσεις-όχι αναίμακτες- στα νησιά μας, όπως στην Κάρπαθο, Καστελλόριζο και Χάλκη, καθώς και στη συμβολή του για την  απελευθέρωση της Σύμης, Νισύρου και Τήλου από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Γιαυτό και στις 8 Μαΐου του 1945, όταν υπογράφτηκε στη Σύμη  το πρακτικό της άνευ όρων παράδοσης των Γερμανών στους Συμμάχους, παρίστατο και ο Διοικητής του Ιερού Λόχου Συνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες. 



   Αυτή ήταν η τελευταία πράξη της περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που θα σημαδέψει καίρια την τύχη των Δωδεκανήσων, που δεν ήταν άλλη  παρά η απόδοσή τους στην Ελλάδα. Οι Τούρκοι, βέβαια, θα προσπαθήσουν να παρεμβάλουν εμπόδια σ’ αυτή την ένωση, αλλά ήρθε η 27η Ιουνίου του 1946, όπου το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών των ΗΠΑ, Σοβιετικής Ένωσης, Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας αποφάσισε ομόφωνα την παράδοση των νησιών στην Ελλάδα. Θα ακολουθήσει η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου του 1947, που θα επιβεβαιώσει με τρόπο πανηγυρικό την απόδοση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα και στις 31 Μαρτίου του ίδιου έτους οι Βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, που κατείχαν τα νησιά για 23 ολάκαιρους μήνες (από τις 8 Μαΐου 1945 ως εκείνη την ημέρα) θα παραδώσουν τη διοίκησή τους στις Ελληνικές Στρατιωτικές Αρχές, θέτοντας έτσι αίσιο τέλος στη μακρά και επίπονη πορεία της ένωσής τους με τη μητέρα πατρίδα.


Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ: «ΓΑΙΑΝ ΚΑΙ ΥΔΩΡ ΟΥ ΔΙΔΟΜΕΝ» ΤΟΥ ΕΜΒΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ 80 ΑΔΤΕ ΤΡΑΝΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΦΕΔΡΩΝ ΜΑΣ ΓΙΑ ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΚΑΘΕ ΕΧΘΡΙΚΗΣ ΕΠΙΒΟΥΛΗΣ

Από την Αρχαία Ελληνική Ιστορία γνωρίζουμε ότι η φράση «γη και ύδωρ» συμβόλιζε την άνευ όρων υποταγή σε ένα κατακτητή. Η χρήση και η σημασία της φράσης αυτής, των τριών μόλις λέξεων, συνεχίστηκε ακόμη και στη νεοελληνική μας διάλεκτο.


Από τον Πατέρα της Ιστορίας τον Ηρόδοτο, που περιγράφει με το πλούσιο περιεχόμενο των εννέα βιβλίων του την έκβαση των Περσικών Πολέμων μέχρι τις μάχες των Πλαταιών και της Μυκάλης φθάνοντας ως την άλωση της Σηστού, μαθαίνουμε πως οι Πέρσες ζητούσαν γην και ύδωρ από τις πόλεις και τους λαούς που τους παραδίδονταν. Σύμφωνα με τα Περσικά έθιμα, η απόδοση αυτών των συμβόλων αποτελούσε ένδειξη υποταγής προς το Περσικό Κράτος και σήμαινε ότι αυτοί που παραδίδονταν στους Πέρσες παραιτούνταν από κάθε δικαίωμα πάνω στη γη τους, στις λίμνες τους, στα ποτάμια τους, στις θάλασσες που περιέβρεχαν τις ακτές τους και σε όλα τα αγαθά τους. Δίνοντας γην και ύδωρ αναγνώριζαν την περσική εξουσία πάνω σε όλα, ακόμη και οι ζωές τους ανήκαν στον Βασιλιά των Περσών. Μετά από αυτή την αναγνώριση, ακολουθούσαν διαπραγματεύσεις για τις υποχρεώσεις και τα προνόμια των υποτελών.
Το 491 π. Χ. ο Βασιλιάς της Περσίας Δαρείος απέστειλε πρεσβείες σε πολλές από τις ελληνικές πόλεις-κράτη για ν’ απαιτήσει γην και ύδωρ, όπως σημειώνει στο έκτο βιβλίο του ο Ηρόδοτος. Η κίνηση αυτή εντασσόταν στα πλαίσια των προετοιμασιών για τη μεγάλη εκστρατεία που σχεδίαζε για τον επόμενο χρόνο και είχε ως στόχο, τόσο να βολιδοσκοπήσει τις ελληνικές πόλεις για τις προθέσεις τους, όσο και να τις τρομοκρατήσει απομονώνοντας έτσι τον κύριο στόχο της εκστρατείας του, που ήταν η Αθήνα.
Στις περισσότερες πόλεις οι πρεσβευτές έγιναν δεκτοί με διπλωματικότητα και σεβασμό. Πολλές νησιωτικές πόλεις-κράτη, όπως η Θάσος και η Αίγινα, δήλωσαν υποταγή, δείχνοντάς την μάλιστα και εμπράκτως, όπως η Θάσος που κατεδάφισε συμβολικά τα τείχη της. Το ίδιο έπραξε και ο Αμύντας, ο Βασιλιάς των Μακεδόνων, που υποτάχθηκε χωρίς μάχη, όπως διαβάζουμε στο πέμπτο βιβλίο του Ηροδότου. Μόνο σε δύο πόλεις, αντίθετα με το έθιμο της εποχής, οι πρεσβευτές εκτελέστηκαν και μάλιστα με φρικτό τρόπο. Στη Σπάρτη τους έριξαν σε βαθύ πηγάδι, λέγοντάς τους ότι εκεί θα έβρισκαν και γη και ύδωρ και στην Αθήνα τους έριξαν σ’ ένα βάραθρο, όπου συνήθως εκτελούσαν τους εγκληματίες.
Ας έλθουμε όμως τώρα και στην εποχή του πέμπτου Βασιλιά της Περσίας από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών, του Αρταξέρξη του Α΄, του μακρόχειρα, όπου μεσουρανούσε η φήμη του Πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη του Κώου.

 
Διαβάζουμε στα κείμενα των Επιστολών, που περιλαμβάνονται στο περίφημο Corpus Hippocraticum, ότι ο Πέρσης βασιλιάς Αρταξέρξης σαν έμαθε πως ο Ιπποκράτης «θεία φύσει κέχρηται και εκ μικρών και ιδιωτικών εις μεγάλα και τεχνικά προήγαγε την ιατρικήν», ζήτησε επίμονα να του προσφέρει τις ιατρικές του γνώσεις, για να εξαφανιστεί η φοβερή αρρώστια που μάστιζε τότε τα περσικά στρατεύματα. Σε αντάλλαγμα για την υπηρεσία του αυτή θα του έδινε «άργυρον και χρυσόν» και θα τον καθιστούσε «τοις αρίστοις Περσέων ισότιμον», όσο κανέναν άλλον άνδρα της Ευρώπης. Ο Ιπποκράτης όμως, που έσωζε ζωές κι όχι ζωές που σκόπευαν να αφαιρέσουν άλλες (αφού ήταν γνωστό πως τα στρατεύματα του Αρταξέρξη έρχονταν να πολεμήσουν τους Έλληνες), αρνήθηκε λέγοντας ότι: «και προσφορή και εσθήτι και οικήσει και πάση τη ες βίον αρκεούση ουσίη χρεόμεθα. Περσέων δε όλβου ου μοι θέμις επαύρασθαι, ουδέ βαρβάρους άνδρας νούσεων παύειν, εχθρούς υπάρχοντας Ελλήνων». Δηλαδή «και χρήματα και ενδύματα και σπίτια και οτιδήποτε άλλο μου αρκεί στη ζωή το έχω. Των Περσών δε την μακαριότητα δεν είναι πρέπον να απολαμβάνω, ούτε από τις αρρώστιες να θεραπεύω άνδρες βαρβάρους, αφού παραμένουν εχθροί των Ελλήνων».
Τότε ο Αρταξέρξης γεμάτος οργή έστειλε στους Κώους την ακόλουθη επιστολή:
«Βασιλεύς βασιλέων μέγας Αρταξέρξης Κώοις τάδε λέγει: Δότε εμοίς αγγέλοις Ιπποκράτην ιητρόν κακούς τρόπους έχοντα και εις εμέ και εις Πέρσας ασελγένοντα. Ει δε μη, γνώσεσθε και της πρώτης αμαρτίας τιμωρίην τίσοντες. Δηιώσας γαρ την υμετέραν πόλιν και νήσον κατασπάσας ες πέλαγος ποιήσω, μηδέ εις τον επίλοιπον χρόνον γνώναι, ει ην επί τούτω τω τόπω νήσος ή πόλις Κω».
Οι Κώοι όμως απτόητοι, αρνήθηκαν να στείλουν τον συμπατριώτη τους κι έδωσαν την εξής απάντηση:
«Έδοξε τω δάμω αποκρίνασθαι τοις παρ’ Αρταξέρξου αγγέλοις, ότι Κώοι ουδέν ανάξιον πράξουσιν ούτε Μέροπος, ούτε Ηρακλέους, ούτε Ασκληπιού, ων ένεκεν πάντες οι πολίται, ούτε δώσουσιν Ιπποκράτην, ουδέ ει μέλλοιεν ολέθρω τω κακίστω απολέσθαι. Και γαρ Δαρείου και Ξέρξου από πατέρων επιστολάς γραψάντων γαίαν και ύδωρ αιτεόντων, ουκ έδωκεν ο δάμος, ορέων αυτοίς ομοίως τοις άλλοις ανθρώποις θνητούς εόντας. Και νυν την αυτήν απόκρισιν διδοί. Από Κώων αναχωρείτε, ότι Ιπποκράτην ου δίδουσιν έκδοτον. Απαγγέλλετε ουν αυτώ οι άγγελοι, ότι ουδ’ οι θεοί αμελήσουσιν αμέων».
Αυτές τις δυο επιστολές, του Αρταξέρξη προς τους Κώους και των Κώων προς τον Αρταξέρξη, είχε διαβάσει προσεκτικά στη σελίδα 84 του βιβλίου μου: «Ιστορία της Νήσου Κω. Αρχαία-Μεσαιωνική-Νεότερη», έκδοση Δήμου Κω 1990, ο Διοικητής της 80 ΑΔΤΕ το 1995 Ταξίαρχος Ελευθέριος Σταμάτης και με κάλεσε στο γραφείο του, για να μου ανακοινώσει περιχαρής ότι βρήκε σε πέντε μόνο λέξεις το κατάλληλο για τη ζώνη ευθύνης του απόφθεγμα, που θα κοσμούσε το έμβλημα της Ταξιαρχίας μας και σκόπευε να το προτείνει στην ανώτατη ηγεσία του Στρατού μας για καθιέρωση. Ως τότε, θυμίζω, πως το απόφθεγμα της Ταξιαρχίας ήταν: «Αρχή γαρ του νικάν το θαρρείν» του Πλουτάρχου. Του απάντησα ότι πιο αντιπροσωπευτικό για το νησιωτικό μας σύμπλεγμα απόφθεγμα δεν θα μπορούσε να θεσπιστεί καθώς εξέφραζε την καθολική άρνηση των κατοίκων και του στρατού μας ότι γην και ύδωρ ου δίδομεν, αλλά θα υπερασπιζόμαστε τα πατρώα εδάφη και τις θάλασσες που περιβρέχουν τα νησιά μας από κάθε εχθρική επιβουλή. Έτσι η φράση: «ΓΑΙΑΝ ΚΑΙ ΥΔΩΡ ΟΥ ΔΙΔΟΜΕΝ», με τον χάρτη της Κω, το ακόντιο και το όπλο δεμένα χιαστί συμβολικά και με το εθνόσημο αποτελούν από τότε το επίσημο έμβλημα και τη σημαία της Ταξιαρχίας μας.


Πώς, λοιπόν, να μην υπάρχει ο απαραίτητος πολλαπλασιαστής ισχύος και ο ισχυρός μοχλός αποτροπής κάθε επιβουλής για τους πάντα βρισκόμενους σε συνεχή ετοιμότητα και αποφασιστικότητα Εθνοφύλακες της 80 ΑΔΤΕ και τους Εφέδρους μας, που αποτελούν σημαντικό «γρανάζι» της πολεμικής μηχανής της ζώνης ευθύνης της Ταξιαρχίας μας, όταν όλοι τους εμπνέονται συνεχώς και καθοδηγούνται από ένα τέτοιο υπέροχο απόφθεγμα, που βγήκε από τα κατάβαθα της ελληνικής ψυχής των κατοίκων του νησιού μας πριν από 25 ολάκερους αιώνες;
Και τους μεν Εφέδρους μας διακρίνει το υψηλό αίσθημα αυταπάρνησης κάθε φορά που απαιτήθηκε να κληθούν στα όπλα σε περιόδους κρίσης, τους δε Εθνοφύλακες μας το βαθύ εθνικό συναίσθημα και η αίσθηση της αποστολής τους, για την προάσπιση των εστιών και της γης των προγόνων και των απογόνων μας, γεγονός που τους καθιστά ισχυρή αποτρεπτική δύναμη. Άλλωστε με αυτόν ακριβώς τον τρόπο έμαθαν να παλεύουν οι Έλληνες για τη διατήρηση του μείζονος αγαθού της ελευθερίας τους.
Κλείνω τη σύντομη αυτή ιστορική μου αναφορά με μιαν υπέροχη φράση του Θουκυδίδη, που παραμένει αενάως επίκαιρη. Μας λέει, λοιπόν, ο Θουκυδίδης: «Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον» Δηλαδή ευτυχία - αληθινή - είναι η ελεύθερη ζωή, η δε ελευθερία εδράζεται πάνω στην ευψυχία, στη λεβεντιά. Αυτήν ακριβώς την αναγκαία για την ελευθερία μας λεβεντιά καλλιεργούν και μετουσιώνουν σήμερα με τη δυναμική τους παρουσία οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, ενισχυόμενες, όποτε απαιτηθεί, από τους συμπολίτες μας Εφέδρους και Εθνοφύλακες.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΩΣ ΣΩΘΗΚΑΝ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ ΑΠΌ ΤΟ ΑΔΗΦΑΓΟ ΒΛΕΜΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΠΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ.

   Τα δημόσια κτίρια (σχολεία, νοσοκομεία, εκκλησίες και ευαγή ιδρύματα) της Δωδεκανήσου, τα οποία σήμερα χαρακτηρίζονται «ιστορικά» καθώς πρόκειται για οικοδομήματα της περιόδου της Ιταλοκρατίας κτισμένα όμως με καταναγκαστική εργασία και οικονομική αφαίμαξη των Δωδεκανησίων και κυρίως πάνω στη δική τους γη, κινδύνευσαν λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών με δόλιες πράξεις στα Κτηματολόγια Ρόδου και Κω-Λέρου να παραχωρηθούν στο Βατικανό, ώστε να μην μπορούν να περιέλθουν αργότερα στο Ελληνικό Δημόσιο.

   Μελετώντας τα κατά καιρούς σχετικά δημοσιεύματα και κάποια έγγραφα εκείνης της εποχής, πληροφορηθήκαμε ότι με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβρη του 1943 η Διοίκηση των Δωδεκανήσων προσπάθησε να πουλήσει τα ακίνητα και τις εκτάσεις που είχε απαλλοτριώσει ή αγοράσει από την Καθολική Εκκλησία, στο Βατικανό. Μετά την κατάληψη της Δωδεκανήσου από τους Γερμανούς, τοποθετήθηκε Διοικητής των νησιών ο μέχρι τότε Ιταλός υποδιοικητής Faralli, ο οποίος πούλησε δια του Καθολικού Αρχιεπισκόπου Ρόδου Ambrosio Acciari στο Βατικανό ότι είχε αγοράσει η φασιστική κυβέρνηση και ειδικά ο προ - προκάτοχός του De Vecchi για λογαριασμό του ιταλικού κράτους. Η πώληση έγινε στις 4 Οκτωβρίου 1944 αντί του συμβολικού ποσού των 4.500.000 λιρετών.

   Και ως προς την Ρόδο επιχειρήθηκε η πρωτοκόλληση της αίτησης μεταγραφής της πώλησης αυτής την 1η Μαΐου 1945 στο εκεί Κτηματολογικό Γραφείο, σύμφωνα με τα ισχύοντα στον Κτηματολογικό Κανονισμό. Ως προς δε την Κω η αιτηθείσα μεταγραφή από τον αντιπρόσωπο του Αρχιεπισκόπου των Καθολικών P. Michelangelo Bacheca είχε άλλη κατάληξη. Ο αναλαβών καθήκοντα Προέδρου Πρωτοδικών Κω μόλις άρχισε η Αγγλική κατοχή των Δωδεκανήσων αείμνηστος Δρόσος Ταυλάριος (Καλύμνιος την καταγωγή) ως αρμόδιος Δικαστής του Κτηματολογίου Κω, εξέδωσε απορριπτική απόφαση στις 29 Οκτωβρίου 1945 για την αιτηθείσα μεταγραφή όλων των ακινήτων, με την αιτιολογία ότι ο Faralli, που ήταν διορισμένος από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, δεν είχε καμία ιδιότητα ως εκπρόσωπος της ήδη καταρρεύσασας φασιστικής κυβέρνησης της Ιταλίας καθώς ασκούσε καθήκοντα υπό επίβλεψη και υπέγραφε κατόπιν γερμανικής εντολής. Συνεπώς το πωλητήριο της 4ης Οκτωβρίου 1944 ήταν αυθαίρετο και ανίσχυρο και υπήρξε προϊόν σκόπιμης εικονικότητας. Αντίγραφο της απορριπτικής αυτής απόφασης κοινοποιήθηκε αμέσως την 30.10.1945 στον Michelangelo Bacheca από τον εντεταλμένο κλητήρα του Πρωτοδικείου Κω Σάββα Χατζηβασιλείου.





   Η σθεναρή στάση του αγνού εκείνου Έλληνα δικαστικού έπεισε τελικά τους Ιταλούς, που δέχτηκαν ως νόμιμη την απορριπτική του απόφαση και θεώρησαν λήξασα την υπόθεση, για την οποία δεν επανήλθαν κατά το διάστημα της ολιγόχρονης πια παραμονής τους στα Δωδεκάνησα, δεν έπεισε όμως και τους «φίλους» και συμμάχους μας Άγγλους. Γύρω στα μέσα Μαρτίου του 1947, παραμονές δηλαδή της παράδοσης της Διοίκησης των νησιών μας από τους Βρετανούς στις Ελληνικές Αρχές, ο Άγγλος Εφέτης της Ρόδου, ο οποίος, ας σημειωθεί, ήταν Καθολικός το θρήσκευμα, πιθανώς ιρλανδικής καταγωγής, αξίωσε με απλή επιστολή του προς τον διευθυντή του Κτηματολογίου Κω αείμνηστο Νικόλαο Γεωργιάδη να μεταγράψει τα ακίνητα στ’ όνομα του Βατικανού. Ο Γεωργιάδης όμως δεν έλαβε υπόψη το αξίωμα του επιστολογράφου και δεν προχώρησε στην κατά παραγγελία μεταγραφή, αλλά σαν καλός πατριώτης κι ευσυνείδητος υπάλληλος ανακοίνωσε τα της επιστολής του Άγγλου Εφέτη στον προϊστάμενό του Πρόεδρο Πρωτοδικών Κω Δρόσο Ταυλάριο.



   Ο Ταυλάριος με τη σειρά του έδωσε εντολή στον Γεωργιάδη να απαντήσει εγγράφως στον Άγγλο Εφέτη ότι: α) ο διευθυντής του Κτηματολογίου λαμβάνει διαταγές μόνο από τον προϊστάμενό του Πρόεδρο Πρωτοδικών Κω, β) οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων μετατρέπονται μόνο με αποφάσεις ανωτέρων δικαστηρίων, γ) εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση κατά της εκδοθείσας απόφασης, η πρωτόδικος απόφαση κατέστη τελεσίδικη και κανένα δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα «καλώς αποφασισθέντα» και δ) «είναι όλως παράλογον και παράτολμον ο Εφέτης Ρόδου να αποτολμά δ’ απλής επιστολής την μετατροπήν αποφάσεως και μεταγραφήν των ακινήτων επ’ ονόματι του Βατικανού».



   Στο μεταξύ έχοντας πληροφορηθεί τα σχετικά με τις δόλιες και σατανικές απόπειρες μεταγραφής των ακινήτων ο αρχηγός της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής στη Ρόδο Συνταγματάρχης του Ιερού Λόχου αείμνηστος Χριστόδουλος Τσιγάντες θα προβεί σε μια ρηξικέλευθη παρέμβαση. Ζήτησε από την αρμόδια Αντιπροσωπεία της Ελληνικής Κυβέρνησης (στην οποία παρίστατο και ο εκ Σύμης καθηγητής αείμνηστος Σωτήριος Αγαπητίδης), η οποία πήρε μέρος στην υπογραφή της μεταξύ των Συμμάχων και της Ιταλίας Συνθήκης Ειρήνης την 10η Φεβρουαρίου του 1947 στο Παρίσι, να περιληφθεί στη Συνθήκη αυτή και στο Παράρτημα XIV (παράγραφος 2) ο καταλυτικός όρος ότι: «Πάσαι αι μεταβαβιβάσεις κρατικών ή παρακρατικών ιταλικών περιουσιών, αίτινες εγένοντο μετά την 3ην Σεπτεμβρίου 1943, θα θεωρώνται ως άκυροι και μη γενόμεναι». Αυτός ο όρος κυρώθηκε τελικά με το Νομοθετικό Διάταγμα 423/1947 κι έτσι τα σχολικά και τα άλλα κρατικά κτίρια της Δωδεκανήσου σώθηκαν από το αδηφάγο βλέμμα και την αρπακτικότητα του Βατικανού και από το Ιταλικό Δημόσιο περιήλθαν οριστικά στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως απευθείας διαδόχου του Ιταλικού Κράτους.

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΠΩΣ ΑΝΑΜΕΙΧΘΗΚΕ Η ΚΩΣ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗΣ ΣΚΑΚΙΕΡΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ 1921

   Το Δωδεκανησιακό Ζήτημα κατά τη δεκαετία του 1920 βρέθηκε στο επίκεντρο έντονων διπλωματικών διαβουλεύσεων ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα, ενώ πολύ εύθραυστες συμφωνίες για την τύχη των νησιών μας εξυφάνθηκαν στο προσκήνιο. Μόλις είχε αναγγελθεί απ’ την Ιταλία ότι η μεταξύ αυτής και της Ελλάδας Συνθήκη των Σεβρών της 28ης Ιουλίου/10ης Αυγούστου του 1920 έπρεπε ν’ αναθεωρηθεί και το ανεπανάληπτο εκείνο και θαυμαστό διπλωματικό κατόρθωμα του Εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου, που με την υπογραφή του στη Συνθήκη εκείνη απελευθέρωνε τα Δωδεκάνησα απ’ τον ξενικό ζυγό, έμελλε ν’ αποδειχτεί απλή χίμαιρα, η οποία θα έσβηνε τις ελπίδες και τα οράματα των Κώων και όλων των Δωδεκανησίων για την εθνική τους αποκατάσταση.

   Εκμεταλλευόμενη, λοιπόν, η Ιταλία τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε, εξαιτίας της ήττας του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920, κατήγγειλε τη Συνθήκη των Σεβρών ως μη ικανοποιούσα τα συμφέροντά της και κωλυσιεργώντας κάθε ευνοϊκή για την τύχη των Δωδεκανησίων προσπάθεια δεν θα διστάσει να καταφύγει ακόμη και σε πλαστογραφία της θέλησης και του πόθου των κατοίκων των νησιών μας, παρουσιάζοντάς τους (άκουσον!, άκουσον!) ως αρνησιπάτριδες.


   Έτσι στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» της Αθήνας (φύλλο 17ης Απριλίου του 1921) θα δημοσιευθεί τηλεγράφημα απ’ τη Ρώμη, σύμφωνα με το οποίο στο εκεί συνελθόν Ανατολικό Συνέδριο διαβάστηκε Υπόμνημα των κατοίκων της Κω, όπου τάχα ζητείται η παράταση της Ιταλικής Κατοχής. Το Υπόμνημα αυτό φρόντισαν οι Ιταλοί να διαβιβάσουν στο Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών, στα Αρχεία του οποίου υπάρχει μέχρι σήμερα.


   Αυτή όμως η ψευδέστατη και συκοφαντική είδηση μόλις έφθασε στην Κω εξόργισε τόσο πολύ τους Κώους, που συγκρότησαν αμέσως Ανώτατο Επαρχιακό Συμβούλιο με εκπροσώπους τους απ’ την πόλη και τα χωριά και απηύθυναν επιστολή στο Υπουργείο των Εξωτερικών της Ελλάδας, με ημερομηνία 30 Απριλίου του 1921, ζητώντας του να διαψεύσει επίσημα αυτή την κακόπιστη πληροφορία. Τόνιζαν, μάλιστα, ανάμεσα στ’ άλλα ότι όχι μόνο δεν έστειλαν τέτοιο υπόμνημα, αλλ’ αντίθετα με επανειλημμένα Ψηφίσματά τους προς την Ελληνική Κυβέρνηση και στα Συνέδρια Ειρήνης του Λονδίνου το 1913 και του Παρισιού το 1919 διαμαρτύρονταν για την παράταση της Ιταλικής Κατοχής στα νησιά μας.


   Είναι ευτύχημα που στον Ζ΄ Κώδικα Συνεδρίων (σελ. 488-489) της Ιεράς Μητροπόλεως Κω βρίσκεται καταχωρημένη η απαντητική αυτή Επιστολή του Ανωτάτου Επαρχιακού Συμβουλίου της Κω προς το Υπουργείο των Εξωτερικών της Ελλάδας (αν και απουσιάζει, δυστυχώς, από τα αρχεία του πιο πάνω Υπουργείου) για να αποκαταστήσει πλήρως την ιστορική αλήθεια σε σχέση με την ανυπόστατη, κακόβουλη και ατελέσφορη εκείνη προσπάθεια των Ιταλών κατακτητών. [Για το θέμα αυτό βλέπε και στο βιβλίο μου: «Ιστορία της Νήσου Κω. Αρχαία-Μεσαιωνική-Νεότερη», 1990, σελ. 436 και αγγλόφωνη έκδοση, 2015, σελ. 429].

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΚΩ.

   Απόπειρες δολοφονίας κατά του Εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου είχαν εξυφανθεί αρκετές κατά τη διάρκεια της πολυκύμαντης πολιτικής του ζωής, τέσσερις όμως ήταν οι σημαντικότερες. Η πρώτη έγινε στις 15 Νοεμβρίου του 1910 όσο διαρκούσε η προεκλογική του περιοδεία για τη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή. Η δεύτερη έγινε τον Αύγουστο του 1920 στο Παρίσι (σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών), λίγες  μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, όπου δύο βασιλόφρονες απότακτοι αξιωματικοί έριξαν εναντίον του δέκα σφαίρες και τον τραυμάτισαν ελαφρά στον ώμο και το ένα χέρι. Κρατώντας τότε στο τραυματισμένο του χέρι την ενυπόγραφη από τον ίδιο  Συνθήκη, εμφανίστηκε στη Βουλή των Ελλήνων και εν μέσω ενθουσιωδών ζητωκραυγών αναφώνησε: «Ιδού, Κύριοι, η Συνθήκη της Μεγάλης Ελλάδος των δύο Ηπείρων και των πέντε Θαλασσών»!!!.  Η τρίτη απόπειρα έγινε τον Ιανουάριο του 1923 και η τέταρτη  στις 6 Ιουνίου του 1933 στη λεωφόρο Κηφισίας, που παραλίγο να στοιχίσει τη ζωή του ίδιου και της  συζύγου του Έλενας, όταν, με το αυτοκίνητο τους, επέστρεφαν από την Κηφισιά και δέχτηκαν καταιγισμό πυρών.


   Από έγγραφα του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών πληροφορούμαστε τον σκοτεινό ρόλο των Ιταλικών Αρχών κατοχής της Κω κατά την τρίτη απόπειρα δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου, μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου, τον Ιανουάριο του 1923. Πώς όμως βρέθηκε περιπεπλεγμένη η Κως σ’ εκείνη τη δολοφονική απόπειρα; 

   Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου από επιστολή που έφθασε στην Αθήνα και προφανώς είχε λογοκριθεί, έμαθαν ότι στο ιταλοκρατούμενο νησί της Κω είχαν αφιχθεί από τη Σάμο οι δύο γνωστοί ληστές και κακοποιοί αδελφοί,  ο Κωνσταντίνος και Γιάννης Γιαγιάς  και ζήτησαν ιταλικά διαβατήρια για να διαφύγουν προς την Ευρώπη. Δεν καθοριζόταν με ακρίβεια ο προορισμός των δύο αυτών κακοποιών, γιατί στην επιστολή σημειωνόταν με το σημείο «Χ». Ο Γιάννης γνώριζε καλά τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και οι Υπηρεσίες Ασφαλείας φοβούνταν ότι θα χρησίμευε ως οδηγός του αδελφού του, που ήταν ειδικός στη διάπραξη δολοφονιών. Είχαν επίσης την πληροφορία ότι τα αδέλφια αυτά είναι αντιβενιζελικοί και πιστοί προς την «εκπεσούσαν Αυλήν» (δηλ. προς τον έκπτωτο Βασιλιά Κων/νο)  και είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν για να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο ή άλλη ελληνική προσωπικότητα που διέμενε στην Ευρώπη. Αυτά προέκυπταν από έγγραφο ( με αριθμ.538/18/31-1-1923) του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών, που στάλθηκε  στην  Αντιπροσωπεία μας στη Διάσκεψη της Ειρήνης στη Λωζάννη. Για την περίπτωση των δύο κακοποιών που βρίσκονταν στην Κω ειδοποιήθηκε εγγράφως (αριθμ. 1059) στις 2 Φεβρουαρίου του 1923 ο επικεφαλής της Αστυνομίας της Λωζάννης R. Jacquillard από τον πρεσβευτή μας Δ. Κακλαμάνο,  δεύτερο στην τάξη της Ελληνικής Αντιπροσωπείας   στη Διάσκεψη εκείνη,   για να λάβει τα   ενδεικνυόμενα    μέτρα. Οι Ιταλικές όμως Αρχές του νησιού μας δεν έκαμαν καμιά προσπάθεια για να δώσουν πληροφορίες στις Ελληνικές Διωκτικές Αρχές, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες  το είχαν ζητήσει.


   Γνωρίζουμε, βέβαια, από δημοσίευμα στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» (φύλλο  24ης  Σεπτεμβρίου 2006)  της Προϊσταμένης της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών κ. Φωτεινής Τομαή, ότι οι διαβόητοι κακοποιοί  αδελφοί «Γιαγιάδες», που προσπάθησαν για λογαριασμό της φασιστικής Ιταλίας να αποσχίσουν τη Σάμο από την Ελλάδα, φυγαδεύτηκαν τελικά από τους Ιταλούς μέσω Κω προς τα Μούγλα της Τουρκίας και κατέφυγαν στη Νέα Έφεσο (Κιουσάντασι), όπου ζήτησαν άσυλο, για να τύχουν, μάλιστα, και ιδιαίτερης προστασίας και περιποίησης από τους Τούρκους. Για το ίδιο ζήτημα είχε δημοσιεύσει πρώτος  ένα άρθρο, με αναπάντητα όμως ερωτήματα, ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαλαχούρης, στο βιβλίο του με τίτλο: «Σελίδες Ιστορίας. Ροδιακά και άλλα», εκδόσεις Θυμέλη ( 2002), σελ. 174-177. Τυχόν σχετικά έγγραφα προερχόμενα  από  Ιταλικές πηγές δεν έχουν εντοπισθεί προς  το παρόν. Θα ήταν χρήσιμο για τη διεξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων αν είχαμε  τις θέσεις και τις απόψεις  των τότε Ιταλικών Πολιτικών και Διπλωματικών Αρχών επί του θέματος αυτού.