Η χρήση των παρακάτω περιεχομένων επιβάλλει τη ρητή αναφορά στον συγγραφέα και στο έργο του,
διαφορετικά εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΚΩ

Όπως σε όλα τα νησιά  του Αιγαίου έτσι και στην Κω άνδρες και γυναίκες ντυνόντουσαν στο παρελθόν με την παραδοσιακή στολή τους, αληθινό καμάρι λεβεντιάς και γνήσιας ελληνικής καλαισθησίας, που σήμερα πια φοριέται μόνο στις εθνικές εορτές και στις ανάλογης σημασίας πολιτιστικές εκδηλώσεις, για να θυμίζει το μεγαλείο μιας ανόθευτης κι ευτυχισμένης εποχής, που μέσα από τα χρόνια της κατόρθωσε να κρατήσει στη γελαστή ψυχή του Κωακού Λαού  φλογερή την αίσθηση και τη λαχτάρα της ομορφιάς σε όλο το μακρόχρονο διάστημα της σκλαβωμένης ζωής του.

        Στα παλιά τα χρόνια οι κάτοικοι της Κω, που οι περισσότεροι ήταν ζευγάδες (ή λεσπέριδες), έφτιαχναν τα υφάσματα με δικά τους υλικά, όπως λινάρι, βαμβάκι και μετάξι, που καλλιεργούσαν μόνοι τους και μαλλί, που προμηθεύονταν από τους κτηνοτρόφους (πιστικούς).Έτσι οι ζευγκαΐνες ή λεσπέρισσες ύφαιναν στο αργκαστήρι τους τα παμπακερά και τα μάλλινα πουκάμισα, βράκες, μισοφόρια, σεντόνια, κουβέρτες, κουρελούδες, χράμια, κιλίμια, μόστρες, σιζατέδες κ.ά., ανάλογα με τις οικογενειακές τους ανάγκες. Τα γούστα πάλι και οι οικονομικές τους δυνατότητες καθόριζαν την ποιοτική αξία όλων των υφαντών. Αλλά ας δούμε την κώτικη φορεσιά ανδρών και γυναικών χωριστά.


Η φορεσιά του άνδρα


Αυτή χαρακτηρίζεται από τη γνωστή νησιώτικη βράκα ή φουφούλα, απαράλλαχτη με εκείνη που φορούν οι Κρητικοί, χρώματος μαύρου ή σκούρου μπλε. Κατάσαρκα φοριόταν η μάλλινη πλεκτή φανέλλα, απέξω το πουκάμισο από άσπρο μαλλί για τους νέους ή σκούρου χρώματος για τους ηλικιωμένους και πιο έξω το μαύρο βελουδένιο γιαλελί, γιλέκο χωρίς μανίκια, γαϊτανοκεντημένο με μεγάλα πέτα και σταυρωτό κούμπωμα. Πάνω από το γιαλελί φορούσαν τη ζάκα με μανίκια, σαν κοντό σακάκι, χωρίς να κουμπώνει μπροστά. Το χειμώνα αντί της ζάκας φορούσαν την πατατούκχα,  σακάκι φαρδύ κουμπωτό, από ύφασμα υφαντό μάλλινο με βαμβακερό στημόνι. Τη μέση τύλιγαν με μια ριγωτή φαρδιά μεταξωτή ή μάλλινη ζώνη, πράσινου κυρίως χρώματος.  
  

              Τη φορεσιά των ανδρών συμπλήρωναν οι μακριές μαύρες κάλτσες, πλεκτές από βαμβακερό ή μάλλινο νήμα, που τις φορούσαν μόνο τις Κυριακές και τις σκόλες  (τα κοπέλλια, δηλαδή οι νέοι, δεν φορούσαν) με τριών ειδών ποήματα (υποδήματα): τα γεμενιά ή παρακατινά, τους τζεσμέδες ή καλά ποήματα, που έφθαναν ως τα γόνατα και τα παπαδίστικα, που ήταν χαμηλά, όπως τα σημερινά παπούτσια και τα φορούσαν οι ηλικιωμένοι. Στο κεφάλι επί Τουρκοκρατίας φορούσαν το φέσι ή ένα είδος σαρικιού από βαμβακερό ύφασμα τον φουντάν ή σκούφο από μαύρο βελούδο ή από χοντρό μαλλίτικο. Χρησιμοποιούσαν επίσης και κόκκινο μαντήλι, που έδεναν στο λαιμό.


Η φορεσιά της γυναίκας




Οι γυναικείες φορεσιές έμοιαζαν σχεδόν μεταξύ τους, αφού ακολουθούσαν την ίδια μόδα, διέφεραν όμως μόνο ως προς την ποιότητα. Οι γυναίκες φορούσαν άσπρο λινό ή μεταξωτό μακρύ πουκάμισο, που φαινόταν μπροστά μέσα από τη ριγωτή μεταξωτή ψαλιδιά. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το γιλέκιν ή γελεκάκι με μανίκια μακρύτερα από το μήκος των χεριών, για να ανασκουμπώνονται στα άκρα. Πάνω από το γιλέκιν φορούσαν το ταμπάρο, μακρύ σαν παλτό και φαρδύ, με μεγάλες λόξες ραμμένο, που για τις πλούσιες ήταν χρυσομεταξοΰφαντο, φοδραρισμένο ολόκληρο με το πιο σπάνιο και χιονόλευκο γουναρικό της ερμίνας. Οι πλούσιες πάλι φορούσαν και μια  ολόχρυση ζώνη με πόρπες. Οι φτωχές το χειμώνα αντί ταμπάρο φορούσαν το σάκχο (χοντρό σακάκι) από μάλλινο υφαντό ύφασμα ή τον παμπακλήν. Ο παμπακλής γινόταν με διπλό ύφασμα γεμισμένο από βαμβάκι, όπως το πάπλωμα, λεπτότερο στο πάχος και γαζωμένο με ρομβοειδή ή πυκνά παράλληλα γαζιά, για να συγκρατιέται το βαμβάκι.
            
     Στο κεφάλι έφεραν το τσεμπέρι, ένα λεπτότατο μαντήλι μεγάλο, με διάφορα χρωματιστά σχέδια, όπως λουλούδια, κλαδιά κ.ά. Οι φτωχές φορούσαν πιο χοντρό τσεμπέρι κι αυτό με κλαδιά χρωματιστά, οι αρραβωνιασμένες κόκκινο και οι θλιμμένες μαύρο χωρίς σχέδια. Τις καθημερινές και στη δουλειά φορούσαν το ψιλοκέντητο άσπρο μαντήλι και τις σκόλες το χρυσοποίκιλτο διάφανο βυσσινί χειρέλλι ή χερίλλι. Στο λαιμό συνήθιζαν να φορούν τις καλές μέρες, δηλαδή στις εορτές, στα βαφτίσια, στους αρραβώνες και στους γάμους το γερδάνι ή γκερντάνι ή γιορντάνι, περιδέραιο με χρυσά φλουριά ή το πουλδάμι ή πουλδούμι, ένα είδος βαρύτιμου κολιέ, που στόλιζε όχι μόνο το λαιμό μα και το μέτωπο των γυναικών. Οι αρχόντισσες της Κω φορούσαν επίσης και τον στρώπο, ένα άλλο είδος κολιέ, που ήταν ένας κόμπος με πολλά μαργαριτάρια και με κουμπιά διαμαντένια καθώς και τις καμπάνες, σκουλαρίκια συνήθως χρυσοσκαλισμένα και στολισμένα με μαργαριτάρια. Τέλος στα πόδια οι γυναίκες φορούσαν το καλοκαίρι τα ξύλινα (τσόκαρα), που συνήθιζαν να βάζουν και στο χαμάμ (τούρκικο λουτρό), το δε χειμώνα τις βελουδοκεντημένες παντόφλες ή απλά δερμάτινα κοντά παπούτσια.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου