Η χρήση των παρακάτω περιεχομένων επιβάλλει τη ρητή αναφορά στον συγγραφέα και στο έργο του,
διαφορετικά εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Νοέμβριος


ΧΡΟΝΙΚΑ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΩ

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1918. ΕΚΤΥΠΩΣΗ «ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΚΩ»: Με την επιμέλεια του Πρωτοσύγκελου Φιλήμονα Φωτοπούλου εκτυπώθηκε στην Κω [ Τύποις Ν. Ι. Νικολαΐδου ] και τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Νοεμβρίου του 1918 ο παραπάνω Κανονισμός, που αναθεωρούσε όλους τους προηγούμενους. Αποτελείτο από 7 Κεφάλαια και 90 Άρθρα, που ρύθμιζαν την οργάνωση των κοινοτικών  πραγμάτων και την ενδότερη αυτοδιοικητική δομή των χριστιανών κατοίκων της Κω. Ο Κανονισμός αυτός   κυκλοφόρησε σε 100 αντίτυπα των 40 σελίδων το καθένα. Διανεμήθηκε δε σε όλα τα μέλη της Κωακής Αντιπροσωπείας και σε εξέχοντες πολίτες της Κω. Στον Κανονισμό  σημειωνόταν ότι την Ορθόδοξη Ελληνική Κοινότητα του νησιού αποτελούν οι μόνιμα εγκατεστημένοι στην Κω Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ανεξάρτητα από υπηκοότητα, που αναγνωρίζουν ως Ανώτατη Εκκλησιαστική τους Αρχή την Ιερά Μητρόπολη Κω, η οποία εκπροσωπεί προνομιακά την Εκκλησία σε όλες τις εξωτερικές σχέσεις. Ο Μητροπολίτης Κω ως θρησκευτικός αρχηγός και Εθνάρχης όλων των Ορθοδόξων του νησιού ήταν «αυτοδικαίως ο Πρόεδρος όλων των Κοινοτικών και Ενοριακών Συνελεύσεων και Σωματείων και ο ανώτατος Επόπτης και προστάτης των εν όλη τη Επαρχία Κώου ιερών ναών, σχολών και λοιπών ευαγών καθιδρυμάτων, διευθυνομένων υπό την προεδρίαν αυτού δι’ ιδιαιτέρων επιτοπίων Σωματείων και ιδίων Κανονισμών». Την ανώτατη διοικητική αρχή των κοινοτικών πραγμάτων στην πρωτεύουσα ασκούσε εκλεγμένο από το λαό ανά διετία και με μυστική ψηφοφορία  8μελές Συνέδριο, με Πρόεδρο  τον Μητροπολίτη. Ο Κανονισμός  ρύθμιζε επίσης και την απονομή της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης, με δύο Δικαστήρια: το Μικτό Εκκλησιαστικό και το Πνευματικό.
            Ο Κανονισμός αυτός προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Ιταλών επειδή περιείχε τις απαράδεκτες για εκείνους λέξεις: «Ελληνική» και «Εθνάρχης». Η Ιταλική Διοίκηση του νησιού χολωμένη αξίωσε να της παραδοθούν αμέσως όλα τα αντίτυπα του Κανονισμού, αλλά τόσο ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος όσο και ο Πρωτοσύγκελος Φιλήμων Φωτόπουλος, που είχε  πρωτοστατήσει στη σύνταξη και εκτύπωση  του Κανονισμού, αντιστάθηκαν σθεναρά, με τον ισχυρισμό ότι η λέξη: «Ελληνική» χαρακτηρίζει την  εθνική μας καταγωγή, το δικαίωμα, δηλαδή, όχι μόνο να είμαστε, αλλά και να λεγόμαστε Έλληνες, ενώ η λέξη: «Εθνάρχης» προσδιορίζει το θρησκευτικό και φυλετικό καθήκον του Μητροπολίτη να ασκεί τον από αιώνες  δοσμένο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο εθναρχικό του ρόλο. Γι αυτό και οι Μητροπολίτες «επιβεβλημένον καθήκον έχουσι ίνα τηρώσι και υπεραμύνωνται των τοιούτων λέξεων». Ακόμη και το «Δόγμα των Εθνικοτήτων» επικαλέστηκε ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος, για το οποίο είχε αγωνιστεί και η Ιταλία στο πλευρό των συμμάχων της. Τελικά ο Κανονισμός, όπως είχε διατυπωθεί, δεν αποσύρθηκε από την κυκλοφορία, αφού είχε πια διανεμηθεί στους Κώους και ίσχυσε, όπως το ακροτελεύτιο άρθρο του προέβλεπε,  επί μια εξαετία.   

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1922. ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ Ο MARIO LAGO: Τον Νοέμβριο αυτής της χρονιάς τον Ιταλό Γενικό Διοικητή της Δωδεκανήσου Κόμη Alessanrdo de Bosdari, που για ένα χρόνο είχε διοικήσει τα νησιά μας, θα διαδεχθεί ο Γερουσιαστής Mario Lagoo oποίος θα παραμείνει στο τιμόνι της διοίκησης για 14 ακριβώς χρόνια. Ο Mario Lago, που θα φέρει πλέον τον τίτλο του «Κυβερνήτη» (Governatore) της Δωδεκανήσου θα έχει όλες τις εξουσίες που ανήκουν στην Κυβέρνηση της Ιταλίας. Η άσκηση της εξουσίας του θα είναι πλήρης και θα εκδηλώνεται  με την έκδοση διατάγματος ( decreto) ή διαταγής (ordinanza), που ήταν  άμεσα εκτελεστά και δεν είχαν ανάγκη κύρωσης από άλλο όργανο για να ισχύσουν. Για ν’ αρχίσουν τα έννομα αποτελέσματά τους αρκούσε απλά η έκδοση και η δημοσίευσή τους στην επίσημη εφημερίδα, το «Bollettino Ufficiale delle Isole Italiane dellEgeo». O Κυβερνήτης Mario Lago ρύθμιζε τη λειτουργία όλων των υπηρεσιών, εκτός των στρατιωτικών και ναυτικών που υπάγονταν στα αντίστοιχα Υπουργεία της Ιταλίας. Διόριζε κι έπαυε τους υπαλλήλους και τους δημάρχους της Ρόδου, της Κω και των άλλων νησιών.
            Έτσι με Κυβερνήτη τον Mario Lago θα επιχειρηθεί ο πλήρης εξιταλισμός της δημόσιας ζωής των κατοίκων. Προερχόμενος από το διπλωματικό σώμα κι έχοντας, μάλιστα, χρηματίσει μέλος της Ιταλικής αντιπροσωπείας στη Διάσκεψη της Λωζάννης , ο Mario Lago θα κυβερνήσει τα νησιά με λεπτότητα και διακριτικότητα, περισσότερο σαν μετριοπαθής Ιταλός, παρά σαν φασίστας. Γιατί ενώ στην Ιταλία η φασιστική δικτατορία  ασκεί από το 1925 ανεξέλεγκτη την εξουσία και ο Μουσολίνι κυβερνά σαν απόλυτος μονάρχης, στα Δωδεκάνησα ο Mario Lago παρουσιάζεται μειλίχιος και υπομονετικός, για να θέσει σταδιακά σ’ εφαρμογή το μακρόπνοο πρόγραμμα εθνολογικής αλλοίωσης των κατοίκων, το οποίο με τον τρόπο που εφαρμοζόταν, όπως π.χ. η «πολιτική του λίθου» με τα ποικίλα ογκώδη και αρχιτεκτονικά αλλόκοτα δημόσια κτίρια που κατασκευάστηκαν στη Ρόδο, στην Κω και στη Λέρο, έδειχνε ότι ούτε ο ίδιος ο Κυβερνήτης πίστευε στην αποτελεσματικότητά του. Οι αντιδράσεις βέβαια των Δωδεκανησίων στα μέτρα του  βαθμιαίου αφελληνισμού των Ιταλών ήταν καθολικές. Στην Κω και σε κάθε νησί του Δωδεκανησιακού Συμπλέγματος το ελληνικό φρόνημα των κατοίκων παρέμεινε αμετάβλητο, όπως μαρτυρούν τα αλλεπάλληλα γεγονότα της καθημερινής ζωής, με οδυνηρές δυστυχώς για τους περισσότερους πατριώτες συνέπειες.

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1936. ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ Ο ΤΕΤΡΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ DE  VECCHI: Τον Σεπτέμβριο του 1936 είχε επισκεφθεί τη Ρόδο ο Ιταλός Υπουργός Παιδείας και Τετράρχης του Φασισμού De Vecchi. [Tην Τετραρχία ή Τετρανδρία του Φασισμού (Quadrumviro) αποτελούσαν οι Bianchi, De Bono, Balbo και De Vecchi. Επικεφαλής τους ήταν ο  Αρχηγός (Duce),   δηλ. ο Μουσολίνι]. Ο De Vecchi καθώς ήταν από τα επιφανέστερα στελέχη του φασιστικού καθεστώτος, ήλθε στη Ρόδο για να διαπιστώσει από κοντά την πρόοδο που συντελέστηκε στο πρόγραμμα εξιταλισμού των Δωδεκανησίων. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η έκθεση που έκαμε υπήρξε δυσμενής για τον μέχρι τότε Κυβερνήτη Mario Lago, τον οποίο λέγεται ότι παρατήρησε αυστηρά, επειδή ο λαός μιλούσε ακόμη ελληνικά, ύστερα από τόσα χρόνια ιταλικής κατοχής. Δυο μήνες αργότερα, στις 22 Νοεμβρίου, με Βασιλικό Διάταγμα, ο Mario Lago παύθηκε και τη θέση του έπαιρνε ο ίδιος ο De Vecchi με απόλυτα πια πολιτικά και στρατιωτικά δικαιώματα.
            Η πρώτη πράξη του De Vecchi ήταν να εξαποστείλει σε μια νύχτα τον Lago στην Ιταλία, χωρίς καμιά τιμή και τυπική έστω αναγνώριση του μακροχρόνιου έργου του. Υπήρξε δε τόσο βάναυση η συμπεριφορά του De Vecchi προς τον Lago, ώστε η σύζυγος του τελευταίου Donna Ottavia υπέστη ισχυρό νευρικό κλονισμό, που την οδήγησε καθώς λένε στην παραφροσύνη. Αλλά και ο ίδιος ο Lago, αφού περιέπεσε στη δυσμένεια του καθεστώτος, συνταξιοδοτήθηκε «λόγω ορίου ηλικίας» και αποσύρθηκε στην έπαυλή του στο Κάπρι, όπου και απέθανε το 1950 σε ηλικία 72 ετών.
            Ο De Vecchi άρχισε αμέσως να εκδίδει διατάγματα και να τακτοποιεί τα πάντα σύμφωνα με την απόλυτη θέλησή του, σαν δικτάτορας του τόπου. Αξίωσε όλοι να μιλούν και να σκέφτονται ιταλικά, ενώ ο ίδιος υπέγραφε πάντα μ’ ένα πομπώδη τίτλο, που περιελάμβανε τ’ όνομά του, τον τίτλο του Κόμητος και τη δικαιοδοσία του: «Cesare Maria de Vecchi Conte di Val Cismon, Governatore Civile e Militare delle Isole Italiane dellEgeo».Κατά τη διάρκεια της διοίκησής αυτού του παρανοϊκού, όπως αποδείχτηκε, Κυβερνήτη κορυφώθηκαν τα σκληρά φασιστικά μέτρα για τον αφελληνισμό της Δωδεκανήσου.  

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1938. ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ: Με εντολή του διαβόητου Ιταλού Διοικητή Δωδ/σου De Vecchi ο Κυβερνητικός Επίτροπος στην Ορθόδοξη Κοινότητα Κω Γεώργιος Ιπποκρ. Ιωαννίδης με ένα Πρακτικό της 29ης Νοεμβρίου του 1938 έκανε γνωστό στους Έλληνες εκπαιδευτικούς ότι εκείνη τη σχολική χρονιά δεν θα ανανεωνόταν η άδεια ανοίγματος των Κοινοτικών Εκπαιδευτηρίων.  Έτσι τα ιταλικά σχολεία απορρόφησαν τα παιδιά της Κω με δασκάλους Ιταλούς και δασκάλες καθολικές καλόγριες, ενώ όλοι οι ελληνοδιδάσκαλοι έμειναν εκτός υπηρεσίας και περιορίστηκαν να παραδίδουν ελληνικά «κατ’ οίκον». Ανάμεσα στους δασκάλους που εργάστηκαν «κατ’ οίκον» και μετέδωσαν τα νάματα της ελληνικής παιδείας στα νιάτα της Κω ήταν και η Αννέτα Κοντογεωργιάδου-Λαουμτζή καθώς επίσης και  η Τασία Σεβαστού-Τσάμπαλη.
            Η εξαφάνιση των ελληνικών αναγνωσμάτων από τα ιταλικά σχολεία ανάγκασε πολλούς μαθητές, που δεν ήθελαν να συνεχίσουν την εκπαίδευση στην ιταλική γλώσσα, να εγκαταλείψουν οριστικά τη φοίτησή τους στο Ημιγυμνάσιο της Κω, παρόλες τις φοβέρες για κυρώσεις που εξαπέλυσαν οι Ιταλοί εναντίον τους και εναντίον των γονιών τους. Το σχολικό έτος 1939-1940 επαναπροσλαμβάνονται μερικοί Έλληνες δάσκαλοι στα ιταλικά σχολεία της πόλης. Δεν θα μείνουν όμως για πολύ στις θέσεις τους. Ως το 1942 θα εξαναγκαστούν ύστερα από πολλούς διωγμούς και ταπεινώσεις να εγκαταλείψουν την εκπαίδευση.
            Τα μέτρα των φασιστών για την ιταλοποίηση της ελληνικής παιδείας προκάλεσαν θύελλα μαζικής αντίδρασης δασκάλων και μαθητών. Ενώ υποχρεώνονται όλοι να μιλούν ιταλικά παντού, στις αίθουσες διδασκαλίας, στους διαδρόμους, ακόμη και στα διαλείμματα, οι δάσκαλοι την ώρα του μαθήματος μιλούν την ελληνική. Κάτω από τα θρανία των μαθητών βρίσκονταν καταχωνιασμένα τα ιταλικά βιβλία και πάνω στα θρανία έμεναν ανοιχτά τα ελληνικά. Αν ξαφνικά εμφανιζόταν στην τάξη ο Ιταλός διευθυντής του σχολείου κρύβονταν αμέσως τα ελληνικά βιβλία, έβγαιναν στην επιφάνεια τ’ άλλα και οι μαθητές μιλούσαν και διάβαζαν «μόνο» ιταλικά. Στη γυμναστική τα παραγγέλματα δίνονταν στην ελληνική. Στις επίσημες εορτές και υποδοχές των Ιταλών αξιωματούχων οι φασίστες αξίωναν από τους παραβρισκόμενους μαθητές να χαιρετούν φασιστικά, με υψωμένο το δεξί χέρι (si saluta romanamente). Οι περισσότεροι μαθητές χαιρετούσαν απλά, σε στάση προσοχής. Στις εκθέσεις ιδεών οι Ιταλοί καθηγητές ζητούσαν από τους γυμνασιόπαιδες να περιγράψουν το μεγαλείο της Ρώμης και την ακτινοβολία του ρωμαϊκού πολιτισμού. Οι μαθητές με πολλή παρρησία και αίσθημα εθνικής περηφάνιας εξυμνούσαν την κλασική ελληνική αρχαιότητα και την Αθήνα ως κοιτίδα της δημοκρατίας και της ελευθερίας
            Με φανατισμό επίσης  οι  ιταλίδες δασκάλες καλόγριες προπαγάνδιζαν τον καθολικισμό, προσπαθώντας να προσηλυτίσουν τις Ορθόδοξες μαθήτριες ακόμα και μέσα στις τάξεις των σχολείων. Ακολουθούσαν διάφορους «ευγενικούς» τρόπους, όπως θωπείες, περιποιήσεις, διανομές γλυκισμάτων και δώρων, ελκυστικές ομοιόμορφες στολές για τις υποταχτικές τους καθώς και τακτικές διοργανώσεις εκδρομών. Οι μικρές όμως Ελληνίδες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, έμεναν εντελώς αδιάφορες στα σαγηνευτικά κηρύγματα των προπαγανδιστριών του παπισμού.

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1940. Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ «ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΩΝ»: Αμέσως μετά την κήρυξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου τον Οκτώβριο του 1940 η Δωδεκανησιακή Νεολαία Αθηνών θα ζητήσει από την Ελληνική Κυβέρνηση να επιτρέψει την εθελοντική κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις μας των Δωδεκανησίων, που είχαν την ιδιότυπη ιταλική ιθαγένεια  και βρίσκονταν στην Ελλάδα, για να τους δοθεί έτσι η πολυπόθητη ευκαιρία να χτυπήσουν τους τυράννους τους φασίστες Ιταλούς. Η Κυβέρνηση παρά τις ελλείψεις σε εξοπλισμό, σίτιση και εκπαίδευση του επιστρατευθέντα ήδη προσωπικού για τη στελέχωση πρόσθετων μονάδων  του τακτικού Ελληνικού Στρατού, θα αποδεχτεί το αίτημα στις 13 Νοεμβρίου του 1940 και μέσα σε τρεις μέρες θα παρουσιαστούν 2.500 περίπου χιλιάδες ακμαίοι Δωδεκανήσιοι  εθελοντές, φοιτητές, επιστήμονες, επαγγελματίες, τεχνίτες και εργάτες. Ως και ανήλικοι ακόμη παρουσιάστηκαν, που χρειάστηκε να υπογράψουν οι γονείς τους, προκειμένου να τους επιτραπεί η κατάταξη στο στρατό.
            Από αυτούς θα καταταγούν τελικά 1.665 που θα απαρτίσουν το «Σύνταγμα Δωδεκανησίων», το οποίο θα συμπληρωθεί και με στρατιώτες από Λέσβο, Χίο, Σάμο και Κυκλάδες, με διοικητή τον Έφεδρο Αντισυνταγματάρχη Ιωάννη Νικολάου. Το Σύνταγμα συγκροτήθηκε σε 3 Τάγματα με επικεφαλής τους Εφέδρους Ταγματάρχες Μάρκο Κλαδάκη, Παναγιώτη Γεωργαντόπουλο και Κωνσταντίνο Δρανδάκη. Συμμετέσχε επίσης ως αξιωματικός καριέρας και ο Κώος απότακτος Ταγματάρχης του 1935 Αντώνιος Νικολαΐδης. Όλοι οι αξιωματικοί είχαν πολεμική εμπειρία από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Μακεδονικό Μέτωπο ή την Μικρασιατική εκστρατεία. (Στα της ορκωμοσίας και πολεμικής αποστολής του Συντάγματος των Δωδεκανησίων θα αναφερθούμε στο χρονικό του Ιανουαρίου).
        
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1943. Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ  ΤΟΥ  ΠΡΩΤΟΥ  ΔΙΚΤΥΟΥ  ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ  ΚΑΙ  ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ  ΜΕ ΤΟ ΣΥΜΜΑΧΙΚΟ ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΤΗΣ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΟΥ: Στην Αλικαρνασσό (σημερινό Bodrum) κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρχε κλιμάκιο του Συμμαχικού Γραφείου Κατασκοπείας, που απαρτιζόταν από Άγγλους αξιωματικούς και Έλληνες Ιερολοχίτες και το οποίο συγκέντρωνε πληροφορίες για τις στρατιωτικές θέσεις και κινήσεις των Γερμανών στα κατεχόμενα νησιά μας. Με το κλιμάκιο αυτό ήρθαν σε επαφή αρκετοί Κώοι πατριώτες, όπως ο Διαμαντής Γιαννιός, τα αδέλφια Γιαννακός και Όμηρος Παπαζαχαρίου, ο Αντώνης Βραχνάς και οι Καλύμνιοι Γιώργος Σαμάρκος και Νικόλας Ρήγας. Έτσι τον Νοέμβριο του 1943 θα σχηματιστεί στην Κω ο πρώτος πυρήνας συνδέσμου με το Συμμαχικό κλιμάκιο της Αλικαρνασσού, που εκτός των άλλων φρόντιζε και για τη φυγάδευση Ελλήνων και Ιταλών προς τη Μέση Ανατολή. Αρχικά στέλλεται στο νησί ο Αντώνης Βραχνάς για να βρει τα κατάλληλα άτομα που θα αποτελούσαν τον «σύνδεσμο». Τα άτομα αυτά  ήταν ο Παντελής Τριπολίτης, ο Ζαχαρίας Παπαζαχαρίου , και ο Βαγγέλης Σταυράκης.  Στο μεταξύ φθάνει και ο ασύρματος για τις επαφές με την Αλικαρνασσό, που χειρίζεται ο Επιλοχίας Στέφανος Παπαδημητρίου από τη Σάμο. Τον ασυρματιστή αυτό θα εφοδιάσει με πλαστή ταυτότητα ο Ιταλός διοικητής της Αστυνομίας Υπομοίραρχος Dante Zucchelli, κατόπιν προτροπής του Ιταλικού Προξενείου Σμύρνης, που συνεργαζόταν κρυφά με τις Συμμαχικές Δυνάμεις. Με την ταυτότητα αυτή ο Παπαδημητρίου έφερε το ψευδώνυμο Βαγγέλης Καλαμπάκας και με  το ψευδώνυμο αυτό ήταν γνωστός σε όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Κω. Ο ασύρματος μετακινούμενος κατά τακτά διαστήματα, για να μην εντοπίζεται από τους Γερμανούς,  μετέδιδε πληροφορίες τις οποίες συγκέντρωναν οι σύνδεσμοι   που πλαισίωναν το δίκτυο και των οποίων ο αριθμός σταδιακά αυξήθηκε με τη συμμετοχή κι άλλων πατριωτών που βρίσκονταν στα χωριά του νησιού.

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1943. ΟΜΗΡΟΣ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ.Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΩΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ «ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΚΡΑΤΙΑΣ: Μετά την κατάληψη της Λέρου από τους Γερμανούς θα σταλούν από την Αλικαρνασσό στο νησί αυτό, γύρω στις 18 με 20 Νοεμβρίου του 1943, δύο Βρετανικές  τορπιλάκατοι, για τη φυγάδευση Άγγλων στρατιωτικών. Τις τορπιλακάτους αυτές  επάνδρωσαν εκτός των πληρωμάτων τους και οι αδελφοί Γιαννακός και Όμηρος Παπαζαχαρίου. Η τορπιλάκατος με τον Γιαννακό έφτασε νύχτα κοντά στο Παρθένι της Λέρου και αφού περιμάζεψε όσους Άγγλους μπόρεσε, γύρισε στην Αλικαρνασσό. Η τορπιλάκατος με τον Όμηρο έφτασε κι αυτή νύχτα σε δύσβατο και απόκρημνο μέρος του Ξηρόκαμπου της Λέρου. Μόλις όμως ο Όμηρος μαζί με κάποιον Άγγλο αξιωματικό, ονομαζόμενο Smith, πάτησαν το πόδι τους στη ξηρά έπεσαν σε ναρκοπέδιο, που εξερράγη και οι δύο άνδρες σκοτώθηκαν. Τα πτώματά τους παρέμειναν εκεί ως τα τέλη του 1946 που καθαρίστηκε η περιοχή από τις νάρκες. Στις αρχές του 1947 μεταφέρθηκαν τα οστά καθώς και οι αρβύλες του άτυχου Ομήρου στην Κω με τη φροντίδα του αδελφού του Ζαχαρία.  Ο νεοφερμένος στην Κω Μητροπολίτης Εμμανουήλ Καρπάθιος αρνήθηκε από μικροψυχία τον ενταφιασμό, αλλά μετά από σθεναρή παρέμβαση του Αρχιμανδρίτη Φιλήμονα Φωτοπούλου ο Εμμανουήλ υποχώρησε και έδωσε τη σχετική άδεια. Τελέστηκε  νεκρώσιμη  ακολουθία, στην οποία   χοροστάτησε ο Αρχιμανδρίτης Φιλήμων  παρουσία μερικών συγγενών και φίλων του αδικοχαμένου 19χρονου παλληκαριού κι ενός κλιμακίου του Ιερού μας Λόχου. Αυτή ήταν  η μοναδική τιμή που αποδόθηκε στη μνήμη του Ομήρου Παπαζαχαρίου, του πρώτου Κώου που σκοτώθηκε «εν δράσει» κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής.    

Η  ΕΘΙΜΟΓΡΑΦΙΑ  ΤΗΣ  ΚΩ  ΚΑΤΑ ΤΟ  ΜΗΝΑ  ΝΟΕΜΒΡΙΟ.
            Στις 8 Νοεμβρίου γίνεται το πανηγύρι των Ασωμάτων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ  στον ομώνυμο ενοριακό ναό της συνοικίας Ασωμάτου του Ασφενδιού. Ο Ασώματος  συγκεντρώνει την ημέρα αυτή πολλούς προσκυνητές  απ’ όλο το νησί και από την αντικρινή Κάλυμνο. Γι αυτό και το πανηγύρι  του ξεχώριζε από παλιά ανάμεσα στ’ άλλα του νησιού. Η εκκλησία του Ασωμάτου είναι μεν μικρή, αλλά διαθέτει κελιά κι έχει αίθουσα στο ισόγειο με τραπεζοκαθίσματα, για το φαγοπότι της γιορτής. Η αυλή της είναι ευρύχωρη, στρωμένη  με ασπρόμαυρα χοχλάκια της θάλασσας σε διάφορα γεωμετρικά σχήματα και μαιάνδρους και είναι κατάλληλη για τους χορούς του πανηγυριού. Από το βράδυ της παραμονής ο κόσμος σκορπούσε στα καφενεία του  συνοικισμού κι άρχιζε το  γλέντι.
            Το μεσημέρι της άλλης ημέρας, μετά τη Λειτουργία, στρώνονταν τα τραπέζια και σερβίρονταν τα φαγητά. Το πρώτο πιάτο συνήθως ήταν πατσάς ή «πιταρίδια» (δηλ. λαζάνια, που έβραζαν μέσα στο ζωμό του κρέατος). Το δεύτερο πιάτο, κρέας βραστό ή κρέας «γιαχνί» με πατάτες, κρεμμύδια και σάλτσα. Ακολουθούσαν τα «γιαπράκια» (ντολμάδες) και στο τέλος ντόπιο τυρί και γιαούρτι. Το πολυχρονίτικο και γεμάτο άρωμα κρασί το κερνούσαν άφθονο οι  νέοι και οι νέες του χωριού σε ειδικούς «μαστραπάδες», παίρνοντας στη σειρά όλους τους συνδαιτυμόνες. Και όλη αυτή η πλούσια πανδαισία προσφερόταν δωρεάν! Τα έξοδα βάραιναν το μοναστήρι και όσους έκαναν προσφορές από «τάξιμο» στον Ασώματο. Στην έξοδο της αυλής στέκονταν  οι  Επίτροποι της εκκλησιάς με την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ κι ένα δίσκο, όπου ο καθένας έριχνε τον οβολό του. Μετά το φαγητό άρχιζε το γλέντι κι ο χορός με ξεφαντώματα, που κρατούσαν ως τις πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας.
            Στις 30 Νοεμβρίου, που γιορτάζει ο Άι-Ανδρέας, επικρατεί από παλιά η συνήθεια να φτιάχνουν οι νοικοκυρές του νησιού τα «ακούμια», δηλ.  λουκουμάδες, που τους σερβίρουν με μέλι ή με σιρόπι αρωματισμένο με ανθόνερο, κανέλα και ψιλοκοπανισμένα  αμύγδαλα ή καρύδια. Οι λουκουμάδες ετοιμάζονται από τα βαθιά χαράματα εκείνης της ημέρας για να σταλούν έπειτα  σε όλα τα  συγγενικά και φιλικά σπίτια.