Η χρήση των παρακάτω περιεχομένων επιβάλλει τη ρητή αναφορά στον συγγραφέα και στο έργο του,
διαφορετικά εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας.

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ ΤΟ 1923 ΩΣ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Μια Δωδεκανησιακή περιπέτεια 24 χρόνων!

   Στις 24 Ιουλίου του 1923  στη Λωζάννη υπογράφτηκε Συνθήκη, με την οποία η μέχρι τότε πολεμική κατοχή των Ιταλών στα Δωδεκάνησα μετατρεπόταν σε νομική, με αποτέλεσμα την προσάρτηση των νησιών αυτών ως «Κτήσης» (Possedimento) στην Ιταλική Επικράτεια. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Παραρτήματος της Συνθήκης της Λωζάννης η Τουρκία παραιτείτο υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί ενός εκάστου των νησιών του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος καθώς και επί των νησίδων που εξαρτιόντουσαν από αυτά. Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης άρχιζε και επίσημα η de jure κατοχή της Ιταλίας στα Δωδεκάνησα. Η  αφορμή για το άρθρο μου αυτό είναι το πρόσφατο, τεκμηριωμένο με πολλές βιβλιογραφικές παραπομπές, δημοσίευμα στο περιοδικό «η δέλτος», Επιθεώρηση Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ,Τεύχος 2, Ιανουάριος-Ιούνιος 2018- Έτος 2ο, σ. σ.97-114 με τίτλο: «Το Δωδεκανησιακό ζήτημα και η τουρκική εξωτερική πολιτική κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου» του διδάκτορα του Παντείου Πανεπιστημίου Αντώνη Κλάψη, όπου αποκαλύπτονται όλες οι κινήσεις της τουρκικής διπλωματίας για την τύχη της Δωδεκανήσου από την περίοδο της υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάννης μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.


   Αρχίζει το δημοσίευμά του ο συγγραφέας  με μια προφητική αποστροφή από ένα χειρόγραφο του Σεπτεμβρίου του 1941 του διπλωμάτη μας Γεωργίου Σεφέρη, ο οποίος έλεγε ότι ο Θεός έβαλε το χέρι του και δεν βγήκε η Τουρκία να βοηθήσει εμάς και τους συμμάχους μας κατά του Άξονα, γιατί αν είχε γίνει αυτό, τα Δωδεκάνησα θα ήταν από τότε τουρκικά. Μια περιεκτική διατύπωση για την τακτική που έμελλε να ακολουθήσει η Άγκυρα σε σχέση με τα νησιά μας ως τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για την Ελλάδα φυσικά τα Δωδεκάνησα αποτελούσαν ένα από τα τελευταία ανολοκλήρωτα κεφάλαια στη μακρά και συχνά επώδυνη διαδικασία της εδαφικής της ολοκλήρωσης, καθώς η συντριπτική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου έναντι μιας μικρής τουρκικής μειονότητας στη Ρόδο και στην Κω, συνιστούσε το σημαντικότερο επιχείρημα της Αθήνας για τη διεκδίκηση αυτών των νησιών, τα οποία ουδέποτε στο παρελθόν έπαψαν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τη Ρώμη.

   Είναι γνωστό βέβαια ότι μετά την υπογραφή του ελληνοϊταλικού Συμφώνου Φιλίας της 23ης Σεπτεμβρίου του 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε διατυπώσει  ευθαρσώς την άποψη  πως το Ζήτημα των Δωδεκανήσων υφίσταται μόνο μεταξύ των Δωδεκανησίων και της Ιταλίας και δεν θα έπρεπε η Δωδεκάνησος να εμποδίσει την εμπέδωση των σχέσεων φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, αλλά για την Άγκυρα η συνεχιζόμενη ιταλική κατοχή των Δωδεκανήσων εθεωρείτο  ως οιονεί απειλή για την τουρκική ασφάλεια, αφού τα νησιά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εφαλτήριο σε μια πιθανή απόπειρα εισβολής στα μικρασιατικά παράλια, που  στο πρόσφατο παρελθόν κάποια τμήματά τους είχαν αποτελέσει αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους Ιταλούς. Η εδραίωση, άλλωστε, του φασισμού στην Ιταλία τον Οκτώβριο του 1923 συνέβαλε  στην αναζωπύρωση των επεκτατικών βλέψεων του Μουσολίνι, ο οποίος έσπευσε να μετατρέψει τη Λέρο σε ισχυρότατη ναυτική βάση, αλλά και η εντονότατη φημολογία για ενδεχόμενη σύμπηξη ιταλοβρετανικής συμμαχίας με αντιτουρκικό προσανατολισμό, επέτειναν περαιτέρω τις ανησυχίες των Τούρκων. Η βελτίωση των ιταλοτουρκικών σχέσεων μετά το 1928 και η υπογραφή των Συμφωνιών του 1932,  με τις οποίες καθορίζονταν λεπτομερώς τα θαλάσσια σύνορα ανάμεσα στα Δωδεκάνησα και τις απέναντι Μικρασιατικές ακτές, συνέβαλε, βέβαια, στην αποφόρτιση της έντασης, αλλά στην πραγματικότητα οι Τούρκοι δεν εγκατέλειψαν τα όνειρά τους να επαναποκτήσουν τα ιταλοκρατούμενα νησιά.

   Γάλλοι και Βρετανοί προσπάθησαν  τα επόμενα χρόνια και κυρίως το 1939 και 1940 να προσεταιριστούν με μύριους διπλωματικούς τρόπους τους «επιτήδειους ουδέτερους» Τούρκους στρέφοντάς τους κατά του Άξονα χρησιμοποιώντας ως δέλεαρ τα Δωδεκάνησα. Αυτό το γνώριζε  ο Ιωάννης Μεταξάς και μάταια προσπαθούσε λίγο πριν την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου να πείσει τους Βρετανούς να καταλάβουν τα Δωδεκάνησα χωρίς τη βοήθεια των Τούρκων. Στη συνεδρίαση, μάλιστα, του Ανωτάτου Πολεμικού Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου του 1940 (λίγο μετά τις περιφανείς νίκες  του στρατού μας στο Ελληνοαλβανικό μέτωπο) διατύπωσε την τολμηρή πρόταση: «ή 1) να καταλάβωμεν την Δωδεκάνησον ομού μετά των Άγγλων, οπότε θα είναι δύσκολον να μας την αμφισβητήσουν οι Τούρκοι ή 2) αν οι Άγγλοι αναβάλλουν, να την καταλάβωμεν μόνοι μας, οπότε ουδείς θα μας την αμφισβητήση». Στην ίδια ομιλία του, ο Μεταξάς ανέφερε ότι οι Τούρκοι προετοίμαζαν πέντε μεραρχίες για την κατάληψη των Δωδεκανήσων και αν αυτό συνέβαινε η Τουρκία φυσικά θα επιτύγχανε τον στόχο της. Για τους λόγους αυτούς απέρριψε τις εισηγήσεις των Βρετανών περί δραστηριοποίησης του πολεμικού μας ναυτικού στην Αδριατική, προτιμώντας να παραμείνει ο στόλος μας διαθέσιμος, για να διεξάγει επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα.

   Και ήλθε το 1941 η Γερμανική κατοχή στην Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς συναντιέται ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν με τον Σοβιετικό ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν στη Μόσχα. Αντικείμενο της συζήτησής τους ήταν εκτός των άλλων και η προσπάθεια προσέλκυσης της Τουρκίας στο συμμαχικό στρατόπεδο. Για να δελεάσουν τους Τούρκους ο Στάλιν πρότεινε την προσφορά των Δωδεκανήσων. Ο Ήντεν είπε πως κατοικούνταν από Έλληνες και ο Στάλιν απάντησε: «Δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε απαράκαμπτα τον κανόνα. Και στην Ελλάδα υπάρχουν Τούρκοι» (υπονοώντας εκείνους που  κατοικούσαν στη Δυτική Θράκη, οι οποίοι όμως σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης χαρακτηρίζονταν Έλληνες Μουσουλμάνοι). Συμβιβαστικά τότε ο Ήντεν αντιπρότεινε να γίνει ανταλλαγή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ώστε να πάρει μερικά νησιά η μία και μερικά η άλλη! Η γνωστή τακτική των Άγγλων του «διαίρει και  βασίλευε».

   Το βρετανικό παιχνίδι θα συνεχιστεί και στα Άδανα, όπου τον Ιανουάριο του 1943 ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ συναντιέται με Τούρκους αξιωματούχους. με σκοπό να τους πείσει να συμμετάσχει η Τουρκία στη δημιουργία ενός βαλκανικού μετώπου, γεγονός που θορύβησε το Βερολίνο. Το αντάλλαγμα και πάλι ήταν ασφαλώς τα Δωδεκάνησα. Προβληματισμοί και ανησυχίες θα εγκύψουν και στην Ελληνική πλευρά, την οποία οι Βρετανοί θα σπεύσουν να καθησυχάσουν, μη υποσχόμενοι βέβαια ρητά την παράδοση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, λέγοντας όχι από τώρα δεσμεύσεις, αλλά μετά τέλος του πολέμου.
   Προς το τέλος σχεδόν του πολέμου, θα έχουμε ξανά μοίρασμα της τράπουλας. Μετά την πτώση του Μουσολίνι, οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν με τους Βρετανούς και Αμερικανούς και τα γεγονότα θα πάρουν νέα τροπή. Το Βερολίνο άρχισε να διαπραγματεύεται με τους Τούρκους, χρησιμοποιώντας ως δόλωμα τα Δωδεκάνησα, που στο μεταξύ είχαν καταληφθεί από τα Γερμανικά στρατεύματα. Νέες παλινωδίες και πάλι θα έχουμε από πλευράς των Συμμάχων, παρόλο που στο πλευρό τους πολεμούσαν ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Ιερός Λόχος). Τον ανεφοδιασμό τους, τουλάχιστον σε τρόφιμα, είχε αναλάβει η Τουρκία, γεγονός που προκάλεσε τις εύλογες ανησυχίες της ελληνικής πλευράς,  τις οποίες καθησύχαζαν οι σύμμαχοι.

   Στο σημείο αυτό θα μνημονεύσω παλαιότερα δικά μου δημοσιεύματα για την ενεργό παρουσία του Ιερού μας Λόχου στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Γερμανών και για τη βαρύνουσα σημασία που είχαν για την επίλυση του Δωδεκανησιακού Ζητήματος οι ηρωικές καταδρομικές του επιχειρήσεις-όχι αναίμακτες- στα νησιά μας, όπως στην Κάρπαθο, Καστελλόριζο και Χάλκη, καθώς και στη συμβολή του για την  απελευθέρωση της Σύμης, Νισύρου και Τήλου από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Γιαυτό και στις 8 Μαΐου του 1945, όταν υπογράφτηκε στη Σύμη  το πρακτικό της άνευ όρων παράδοσης των Γερμανών στους Συμμάχους, παρίστατο και ο Διοικητής του Ιερού Λόχου Συνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες. 



   Αυτή ήταν η τελευταία πράξη της περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που θα σημαδέψει καίρια την τύχη των Δωδεκανήσων, που δεν ήταν άλλη  παρά η απόδοσή τους στην Ελλάδα. Οι Τούρκοι, βέβαια, θα προσπαθήσουν να παρεμβάλουν εμπόδια σ’ αυτή την ένωση, αλλά ήρθε η 27η Ιουνίου του 1946, όπου το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών των ΗΠΑ, Σοβιετικής Ένωσης, Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας αποφάσισε ομόφωνα την παράδοση των νησιών στην Ελλάδα. Θα ακολουθήσει η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου του 1947, που θα επιβεβαιώσει με τρόπο πανηγυρικό την απόδοση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα και στις 31 Μαρτίου του ίδιου έτους οι Βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, που κατείχαν τα νησιά για 23 ολάκαιρους μήνες (από τις 8 Μαΐου 1945 ως εκείνη την ημέρα) θα παραδώσουν τη διοίκησή τους στις Ελληνικές Στρατιωτικές Αρχές, θέτοντας έτσι αίσιο τέλος στη μακρά και επίπονη πορεία της ένωσής τους με τη μητέρα πατρίδα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου