Η χρήση των παρακάτω περιεχομένων επιβάλλει τη ρητή αναφορά στον συγγραφέα και στο έργο του,
διαφορετικά εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας.

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΩΤΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Δημοσιεύουμε εδώ μια περιγραφή της αληθινής κατοικίας των «ξωτάρηδων» και ζευγάδων της Κω, που συναντούσαμε κάποτε στην ύπαιθρο και στα χωριά του νησιού, που τόσο αρμονικά συνυφαινόταν με την απλοϊκή ζωή τους, όσο και με το φυσικό περιβάλλον που την πλαισίωνε. Το γνήσιο, βέβαια, κώτικο σπίτι, με το τοπικό νησιώτικο χρώμα, δεν άντεξε στη φθορά του χρόνου και στην ορμητική έφοδο της τεχνοκρατούμενης εποχής μας και τη θέση του πήρε η μοντέρνα οικοδομή.


Η  κατασκευή
Τα παλιά κώτικα σπίτια ακολουθούσαν τον καθαυτό λαϊκό νησιώτικο ρυθμό, ήταν μονώροφα τα περισσότερα, σε αντίθεση με τα αρχοντικά που είχαν δυο και καμιά φορά τρεις ορόφους. Τα εξοχικά σπίτια της πόλης, έστω και ισόγεια, τα λέγανε «πύργους», όπως και τα διώροφα των χωριών. Η πέτρα και η λάσπη από σκέτο χώμα ή ο ασβέστης ήταν τα υλικά με τα οποία έχτιζαν οι κάτοικοι των χωριών τα σπίτια τους. Μερικές φορές έχτιζαν μόνο τα θεμέλια και τις γωνιές με ασβέστη και τους υπόλοιπους τοίχους με χώμα. Μόνο οι τοίχοι στ’ αρχοντόσπιτα χτίζονταν με ασβέστη. Οι πόρτες και τα παράθυρα πλαισιώνονταν με τα «μαντέματα», δηλ. με πελεκημένες ψηλές πέτρες, όσο το ύψος και το φάρδος τους, ενώ οι στέγες ήταν με ξύλινες «μεσκιές» (δοκάρια) και πάνω απ’ αυτές καλάμια δεμένα πάνω στις «μάνες», δηλ. σε άλλα καλάμια χοντρά, που έμπαιναν η κάθε μια ανάμεσα σε δυο μεσκιές και παράλληλα μ’ αυτές, ενώ τα άλλα δένονταν κάθετα σ’ αυτά. Πάνω από τα καλάμια άπλωναν φύκια, μετά «πορσελλάνα», δηλ. θηραϊκή γη και πάνω απ’ όλα «πατελλιά» (λιγδερό ηφαιστειακής προέλευσης χώμα σκούρου, γκρίζου χρώματος). Αυτό το άλλαζαν και το ενίσχυαν πριν αρχίσουν οι βροχές, κάθε χρόνο. Τα δάπεδα ήταν σανιδένια, τα φτωχά όμως σπίτια είχαν δάπεδα με πατημένο ασπρόχωμα. Τα ξύλινα κουφώματα ήταν λιγοστά, δουλεμένα ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του ιδιοκτήτη. Το κώτικο σπίτι είχε συνήθως σχήμα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο και ήταν πλατυμέτωπο, βλέποντας κυρίως προς τα ΝΑ. Στη στέγη του ξεχώριζε ο «φανόχτης» (καπνοδόχος). Οι δυο μικρές πλευρές του λέγονταν «κοντότοιχοι» και οι δυο μεγάλες «μακρότοιχοι».
Η εσωτερική διαρρύθμιση
Στον ένα στενότοιχο του κώτικου παραδοσιακού σπιτιού  βρισκόταν υπερυψωμένος 1,2 μ. περίπου από το έδαφος ο «κράαττος» ή «κρίαττος» ή «κρέβαττος», δηλ. το αμετακίνητο χτιστό κρεβάτι του ανδρόγυνου, κούφιο από κάτω, που χωριζόταν στο ωρgειόν» (Ωρείον, από το λατ. horreum = σιτοβολείον κατά τον Αναστ. Καραναστάση), δηλ. αποθήκη δημητριακών και στο «αμπάρι». Στο τελευταίο έβαζαν είδη «κουμπάνιας», όπως λάδι, κρασί, σταφίδες κ.α. Μια πολύ χαμηλή είσοδος οδηγούσε στο αμπάρι. 


         
Τον κράαττο, στον οποίον ανέβαιναν με μικρή σκάλα, έστρωναν με το «μιντέρι» (στρώμα) από ύφασμα λινό, υφαντό, γεμισμένο από άχυρο, με τα σεντόνια, λινά κι αυτά, το πάπλωμα και για προσκέφαλα τις «μαξελλάρες». Από τη στέγη κρεμόταν το «σπερβέρι» κουρτίνα από μεταξωτό υφαντό, που έκρυβε όλο τον κράαττο μέχρι το μιντέρι. Από το μιντέρι κρεμόταν η «μόστρα», λινό σεντόνι με μια πλεκτή δαντέλλα οριζόντια στη μέση.

Στον τοίχο πιο πέρα παράστεκαν το «εικονοστάσι» με την κρεμαστή καντήλα, το «τυπάρι», δηλ. η ξύλινη σφραγίδα με το σχήμα του σταυρού, τα γράμματα Ι.Χ.ΝΙΚΑ και άλλα διακοσμητικά, που μ’ αυτό τύπωναν τους άρτους και μ’ ένα άλλο μικρό τα πρόσφορα, οι σταυροί των Βαΐων, τα άνθη του Επιταφίου, το μπουκαλάκι του αγιασμού και η στεφανοθήκη με τα στέφανα του ανδρόγυνου. Στη μεριά που υπήρχε το εικονοστάσι διακρινόταν και το «βαρταλαμίδι», μικρό ντουλαπάκι, όπου έκρυβαν οικογενειακά έγγραφα, χρήματα και μικροαντικείμενα. Στο επίπεδο πάτωμα του κράαττου βρισκόταν χωρισμένη από διάμεσο σανίδωμα η «μουσάντρα», δηλ. το διαμέρισμα των παιδιών, όπου ανέβαιναν με μια απλή σκάλα. Ένα  χαμηλό ξύλινο τορνευτό κιγκλίδωμα, τα «τραπαζάνια», ασφάλιζε τον κράαττο και τη μουσάντρα.



Στον απέναντι στενότοιχο υπήρχε ένας  εσωτερικός ξύλινος εξώστης ο «ταβλάδος» ή μια χτιστή «πεζούλα», χαμηλότερη από τον κράαττο. Η πεζούλα ήταν στρωμένη με ψάθα πλεκτή, κιλίμια και προς τον τοίχο με μιντέρια και μαξελλάρες, για να ακουμπούν οι «μουσαφίριδες» (επισκέπτες) και οι άνθρωποι του σπιτιού, που «ποσπέριζαν» τα βράδυα. Στο  ένα άκρο της πεζούλας προς τον μακρότοιχο της νοτιάς βρισκόταν η «παραστιά» ή «κουμούλλι», δηλ. το τζάκι, όπου άναβαν φωτιά μόνο για να ζεσταίνει το σπίτι. Όπου υπήρχε ο ξύλινος διάκοσμος του ταβλάδου, υπήρχαν και οι «θέσες», ράφια με κοφτές μικρές γλωσσίτσες, στα οποία τοποθετούσαν τα μπακιρένια καπακλίδικα πιάτα, ροδοσταμόκανα και διάφορα άλλα γυαλικά. Εκεί πάνω στον ταβλάδο φυλάγονταν τα καλύτερα νοικοκυριά του σπιτιού στις «στοίβες», τα παπλώματα, τα καλά χράμια, τα μάλλινα κιλίμια κ.α., καθώς  και στις κασέλες ο υπόλοιπος ρουχισμός. Σε πολλά σπίτια κάτω από τον ταβλάδο υπήρχε το «αμπάρι», δηλ. η αποθήκη με τα τρόφιμα. Ο ελεύθερος χώρος, ανάμεσα στην πεζούλα ή ταβλάδο και στον κράαττο, λεγόταν «μισοσπιθκιά» (μεσοσπιτιά). Εκεί υπήρχαν ράφια με χαλκώματα, τραπέζια, καρέκλες, σεντούκια κλπ.

Ένας άλλος χώρος του κώτικου σπιτιού ήταν και το «μαερgειό», όπου υπήρχε η πεζούλα και η παραστιά. Εκεί πάνω μαγείρευαν κι έτρωγαν, καθισμένοι, στα πολύ παλιά χρόνια, σταυροπόδι γύρω στο χαμηλό «σινί» (ξύλινο σοφρά). Πάνω από την παραστιά βρισκόταν η «τσιμιά» ή «τσιμινιά», μια μικρή «θέση» και πλάϊ η «πκιατοθήκη» ξύλινη τετράγωνη με δυο-τρεις ρίγλες, όπου ακουμπούσαν τα πιάτα και τα «τσανάκια», όλα σχεδόν πήλινα. Στη μέση της στέγης του σπιτιού, και μάλιστα του χωριάτικου, κρεμόταν ο «πέντυλος» ή το «πέντουλο» (πλεχτό, σαν ανάποδος κώνος, πανέρι όπου έβαζαν το ψωμί και το κρεμούσαν ν’ αερίζεται από την αραιή του πλέξη καθώς και για να μην το φτάνουν τα μερμήγκια). Πλάϊ  πάλι στην παραστιά, προέκταση πεζούλας, ήταν το «τάσι» (μπρούτζινο απλό κύπελλο) του νερού ή η «κουνενή» (πήλινο κύπελλο). Συνέχεια του μαερgειού ήταν ο «φούρνος» και σε μια γωνιά της αυλής ή πίσω από το σπίτι βρισκόταν ο «αγουμάς», δηλ. ο ορνιθώνας.                     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου